ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : tinakanoumegk

 Η ΚΟΒΕΣΙ, ΤΑ ΤΕΜΠΗ ΚΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗΣ ΚΑΡΥΣΤΙΝΟΥ

1. Τα πράγματα έχουν σημασία ανάλογα με αυτήν που τους δίνουμε.
2. Η πολιτική, η επικοινωνία συντελούνται και με επιτηδευμένες υποβαθμίσεις, είτε με αποσιωπήσεις.
3. Η Κοβέσι στις συνεντεύξεις της ΕΔΩΣΕ ΜΙΚΡΗ ΣΗΜΑΣΙΑ στο κρατικό και πολιτικό έγκλημα των Τεμπών.
4. ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΤΗΣ ΚΑΡΥΣΤΙΑΝΟΥ: να προσέξουν την τελευταία καταγγελτική δήλωση της Καρυστιανού για τον χειρισμό του νομικοπολιτικού θέματος των Τεμπών από την Κοβέσι και πως συνδυάζεται με την ελάχιστη αναφορά στο θέμα από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελέα.
5. Τα Τέμπη έχουν κεντρικότητα στην διαφθορά, διαπλοκή, κακιστοκρατία, στην αποσύνθεση θεσμών αυτού του προϊόντος που λέγεται σημερινή Ελλάδα.
by : tinakanoumegk

 «Η Ελλάδα δεν δίνει χώρο στους νέους συνθέτες»

Μιράν Τσαλικιάν: «Το έργο μου εκτιμάται πολύ διαφορετικά στο εξωτερικό. Η ενασχόληση με τη σύνθεση, το πολυδιάστατο της μουσικής τέχνης αντιμετωπίζεται με πολύ περισσότερο σεβασμό σε σχέση με την Ελλάδα, δυστυχώς», τονίζει στην «κυριακάτικη δημοκρατία» ο συνθέτης

Συνέντευξη στη Γιώτα Βαζούρα

Η δημιουργία για τον Μιράν Τσαλικιάν δεν είναι ποτέ ουδέτερη. Είναι μια διαρκής αναμέτρηση με τον χρόνο, τη μνήμη και τον άνθρωπο. Στη συζήτηση που ακολουθεί, με αφορμή το ορατόριο του «Τοκάτα για την κόρη με το καμένο πρόσωπο», ξεδιπλώνει τις σκέψεις του για την τέχνη και την εποχή μας.

Απέναντι σε μια πραγματικότητα όπου η μνήμη διαβρώνεται και η έννοια της ελευθερίας τίθεται εκ νέου υπό αμφισβήτηση, ο συνθέτης, ενορχηστρωτής και σολίστ μπουζουκιού Μιράν Τσαλικιάν επιμένει να τοποθετεί τη μουσική στο κέντρο ενός ευρύτερου, βαθιά ανθρώπινου και πολιτικού διαλόγου. Μεγαλωμένος στον Πειραιά, με ρίζες ελληνικές και αρμενικές, διαμορφώθηκε μέσα από τη συνύπαρξη διαφορετικών πολιτισμικών επιρροών, μια συνύπαρξη που αποτυπώνεται έντονα και στο έργο του, όπου η συμφωνική γραφή συναντά στοιχεία της ανατολικής και λαϊκής μουσικής παράδοσης. Με σπουδές στη μουσικολογία, ανώτερη σύνθεση και μουσική τεχνολογία, καθώς και πολυετή ενασχόληση με το πιάνο και το μπουζούκι, ο κ. Τσαλικιάν έχει διαμορφώσει μια πολυδιάστατη καλλιτεχνική ταυτότητα.

Παράλληλα, η πορεία του δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη μουσική: ως υπαξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας και πρωταθλητής στο μπιτς βόλεϊ, συνδυάζει δημιουργικότητα και πειθαρχία, βιωματικές εμπειρίες που επηρεάζουν ουσιαστικά τη σκέψη και τη σύνθεσή του.

Η διεθνής του παρουσία είναι έντονη, με έργα που έχουν σε όλο τον κόσμο, ενώ καθοριστική στιγμή στην πορεία του αποτέλεσε το 2019, η διάκριση του έργου του «The Heroes’ Oath», που επιλέχθηκε ως ύμνος της επετείου της δημοκρατικής εξέγερσης στη Νότια Κορέα, φέρνοντάς τον στο επίκεντρο ενός παγκόσμιου πολιτισμικού διαλόγου. Αντίστοιχα συνεργασίες και προσκλήσεις από χώρες όπως οι Φιλιππίνες επιβεβαιώνουν μια πορεία που ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα.

Με αφορμή την «Τοκάτα για την κόρη με το καμένο πρόσωπο», το σύγχρονο ορατόριο για φωνές, χορωδία και ορχήστρα που συνέθεσε σε ποίηση του καθηγητή Ιωάννη Π.Α. Ιωαννίδη (σ.σ.: την 1η και τη 2 Απριλίου παρουσιάστηκε στον χώρο τεχνών Auditorium), το οποίο κινείται ανάμεσα στον ποιητικό λόγο και τη συμφωνική ένταση, ο συνθέτης μιλά στην «κυριακάτικη δημοκρατία» για τη μνήμη, την ευθύνη του καλλιτέχνη αλλά και για τις αντιφάσεις ενός πολιτιστικού τοπίου που, όπως ο ίδιος επισημαίνει, δεν αναγνωρίζει πάντα τους δημιουργούς του.

Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε να μελοποιήσετε το συγκεκριμένο ποιητικό έργο του Ιωάννη Π.Α. Ιωαννίδη;

Δεν είχα άλλη επιλογή! Η επαφή με τoν ποιητικό λόγο του κ. Ιωαννίδη ήταν ακαριαία! «Μίλησε» απευθείας μέσα μου. Συγκέντρωνε, με χαρακτηριστικά έντεχνη και συνάμα διεισδυτική αισθητική, όλα αυτά τα στοιχεία που ήθελα τόσο πολύ να εκφράσω με τη μουσική μου. Και κάπως έτσι η σύζευξη των δυο μας γέννησε την «Τοκάτα», ένα πολύ ιδιαίτερο ορατόριο, που πλέον ανήκει στο ελληνικό και διεθνές κοινό.

Η «Κόρη με το καμένο πρόσωπο» λειτουργεί ως σύμβολο. Εσείς, τι βλέπετε σε αυτή τη μορφή;

«Η κόρη με το καμένο πρόσωπο» είναι ο ίδιος ο καθηγητής και κάθε άντρας και γυναίκα αυτού του τόπου, ο κάθε άξιος άνθρωπος που με αυταπάρνηση διεκδίκησε κάτι ανώτερο για τον ίδιο και την Ελλάδα και προδόθηκε, πολεμήθηκε για την πραγματική αριστεία του και δεν του επέτρεψαν να μείνει, να δημιουργήσει, να προσφέρει. Δεν αντέχει το «τέρας» της εκάστοτε εξουσίας τη σύγκριση με το ανώτερο. Κάνει την «ασχήμια» και το «λίγο» της να κραυγάζει. Η Κόρη – Τοκάτα, αν και της κάψανε το πρόσωπο και βυσσοδόμησαν εναντίον, γίνεται το απόλυτο σύμβολο ελευθερίας και με ακλόνητη πίστη και ψυχή δηλώνει, μολονότι ο καθηγητής γράφει το έργο του το 2012, το βροντερό της παρών και σήμερα. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Οσο κάποιοι θα τη «σκοτώνουν» κάθε μέρα, εμείς οι άνθρωποι της τέχνης, ο κ. Ιωαννίδης, εγώ και πόσοι άλλοι, θα είμαστε εδώ, απόλυτα μαζί της για να την αποθεώνουμε και να την αναδεικνύουμε!

Το έργο συνομιλεί με έννοιες όπως η μνήμη, η εξουσία και η Ιστορία. Μπορεί η μουσική να «κρατήσει» μνήμη;

Η μουσική έχει τη μαγική αυτή ιδιότητα να απευθύνεται απευθείας στο συναίσθημα, στο λεγόμενο ηλιακό πλέγμα του κάθε ανθρώπου, αφήνοντας ένα πρωτογενές αποτύπωμα στον καθένα, μιας και η ίδια δε γνωρίζει από σύνορα, φίλτρα κι όρια. «Εισβάλλει» ζωηρά κι άτακτα μέσα στον ψυχισμό του ακροατή προκαλώντας το συναίσθημα προτού προλάβει το λογικό να επεξεργαστεί και να προβάλει αντιστάσεις. Παρ’ όλα αυτά, η μουσική σαν ύψιστη τέχνη, που στόχο έχει να προσφέρει στον πολιτισμό, δεν παραβιάζει, σέβεται κι αφήνει, τελικά, ελεύθερο τον ακροατή να επιλέξει τι θα την κάνει.

Πόσο δύσκολο είναι να ισορροπήσει κανείς ανάμεσα στον λόγο και στη μουσική χωρίς το ένα να «σκεπάζει» το άλλο;

Δεν υπάρχει καμία δυσκολία να ισορροπήσει ο λόγος με τη μουσική ακριβώς γιατί στην πραγματική τέχνη δεν υφίσταται ανταγωνισμός κι είμαι κάθετος σε αυτό που διατυπώνω. Οι δύο τέχνες, ως μούσες, συμπορεύονται, συμπλέουν με σεβασμό. Το ένα φως δεν καλύπτει το άλλο. Ενώνονται, συμπληρώνονται και εκπέμπουν μεγαλύτερη λάμψη.

Πώς άρχισε η σχέση σας με τη μουσική και ποια ήταν τα πρώτα καθοριστικά σας ερεθίσματα;

Η σχέση μου με τη μουσική άρχισε από πολύ νωρίς, από την ηλικία των 5 ετών. Αρχικά έκανα πιάνο με τη Β. Νοβογιέφσκαγια και στην ηλικία των 12 ετών άρχισα και το μπουζούκι με τον Ν. Ζαφειρίδη. Η συνύπαρξη των κλασικών και των ρεμπέτικων ακουσμάτων με αυτούς τους εξαίρετους δασκάλους, ομολογουμένως, «έγραψε» μέσα μου και χαρακτήρισε και τη μετέπειτα μουσικοσυνθετική μου πορεία, όταν πια ολοκλήρωσα και τις σπουδές μου πάνω στην Ανώτερη Σύνθεση με άριστα. Είκοσι πέντε χρόνια σπουδών πάνω στη μουσική με πτυχία, μεταπτυχιακά και συνεχίζω σε διδακτορικό επίπεδο. Νόμιζα, αφελώς, ότι αυτό είναι αρκετό, όμως η μάθηση είναι αέναη. Και τίποτα από όλα αυτά δεν αποτελεί διαβατήριο για τη συνέχειά σου. Η μουσική δεν είναι θόρυβος, είναι τέχνη… Απαιτεί βαθιά γνώση, πειθαρχία, αφοσίωση, ταλέντο και ψυχή για να μπορέσεις να ανατρέψεις τους κανόνες της, αν χρειαστεί, άλλα και να την επαναπροσδιορίσεις με ισχυρό στίγμα, χαρακτήρα και προσωπικότητα. Τίποτα όμως από όλα αυτά δεν θα είχε συμβεί στη δική μου ζωή αν δεν εμφανιζόταν, σχεδόν καρμικά, ο άνθρωπος-φως, που το πέρασμά του από αυτή τη Γη αποτελεί από μόνο του ύψιστο έργο τέχνης της ίδιας της ζωής. Ο άνθρωπος που πίστεψε απόλυτα σε εμένα, ως άνθρωπο, και στο ταλέντο μου με ενθάρρυνε με περισσή ζέση κι επιμονή να συνεχίσω τις μουσικοσυνθετικές σπουδές μου, να διευρύνω τη ματιά και τους ορίζοντές μου πέρα από τα ελληνικά σύνορα και με ώθησε να ανοίξω τα φτερά μου σε παγκόσμιο επίπεδο. Η απόλυτη μούσα-έμπνευση της ζωής μου, η απόλυτη γυναίκα, η πραγματική σύντροφος, η παθιασμένη εκπαιδευτικός, που δεν έπαψε στιγμή να πιστεύει και να αγωνίζεται για τη μεγάλη αλλαγή, και τρυφερή μητέρα των τριών υπέροχων παιδιών μου, η Λίνα (Μαγδαληνή) Μίνη. Κάθε μα κάθε φορά που αναφέρομαι στη Λίνα συγκινούμαι…

Η μουσική σας γεφυρώνει ανατολικές και δυτικές παραδόσεις. Είναι αυτό μια συνειδητή επιλογή ή προκύπτει βιωματικά;

Η μουσική έχει μια ανωτερότητα από μόνη της. Εναν σεβασμό για τον άνθρωπο, την ταυτότητα και τις παραδόσεις κάθε πολιτισμού! Αγκαλιάζει τη διαφορετικότητα, μονιάζει και απαλύνει τις διαφορές! Ο ίδιος με μητέρα Ελληνίδα -Κεφαλλονίτισσα- και πατέρα Αρμένιο αποτελώ χαρακτηριστική περίπτωση ενός συνδυασμού δύο πολύ ξεχωριστών, με ιδιαίτερο στίγμα, πολιτισμών που δένουν τόσο γλυκά μέσα μου και αυτό αναδεικνύεται ξεκάθαρα στις συνθέσεις μου. Οπότε, για να απαντήσω και στο ερώτημά σας, σαφώς κι ήταν μια απόλυτα συνειδητή επιλογή το γεφύρωμα ανατολικών και δυτικών παραδόσεων, μέσα από τη μουσική μου και τα αποτελέσματα υπήρξαν εντυπωσιακά, ξαφνιάζοντας κι εμένα τον ίδιο.

Το έργο σας «The Heroes’ Oath» επιλέχθηκε ανάμεσα σε εκατοντάδες διεθνείς συμμετοχές και έγινε ύμνος μιας εθνικής επετείου. Τι σημαίνει για έναν συνθέτη μια τέτοια στιγμή;

Ηταν μια μοναδική, ασύλληπτη στιγμή στη μουσική μου πορεία και μια τεράστια εμπειρία ζωής! Η τιμή και ο σεβασμός που εισέπραξα ως συνθέτης και ως εκπρόσωπος της Ελλάδας ήταν το λιγότερο συγκινητική. Με τίμησαν εκπρόσωποι και υπουργοί της πολιτικής – στρατιωτικής ηγεσίας της Ν. Κορέας και κυρίως ο λαός τους με τόσο έντονο και ένθερμο τρόπο. Ολοι με ευχαρίστησαν για τη μουσική μου συνεισφορά στον πολιτισμό τους, όσο περίεργο κι αν ακούγεται εδώ. Το έργο μου «Heroes’ Oath» ερμηνεύτηκε συγκλονιστικά από την 100μελή κρατική τους ορχήστρα εκεί, σε ένα κατάμεστο και συγκλονιστικό ακροατήριο. Το έργο ήταν αφιερωμένο στα θύματα του «Κινήματος της 18ης Μαΐου» στην πόλη Gwangju, όπου στην Κορέα είναι η μέρα που αποκαταστάθηκε η δημοκρατία («May 18th Movement»). Τις 10 ημέρες που παρέμεινα εκεί έδωσα πολλές συνεντεύξεις, γνώρισα τις παραδόσεις τους, με ξενάγησαν σε όλα τους τα μνημεία και βέβαια στο ελληνικό μουσείο που διατηρούν εκεί, ως λάτρεις του ελληνικού πολιτισμού. Με έκαναν να νιώσω ότι κάνω πολιτιστική διπλωματία! Απίθανο συναίσθημα!

Η διεθνής αναγνώριση ήρθε σχετικά νωρίς. Σας δημιούργησε πίεση ή σας απελευθέρωσε;

Η πρώτη μεγάλη διεθνής αναγνώριση για εμένα ήρθε το 2018, λίγα χρόνια αφού είχα λάβει πτυχίο στη σύνθεση με υποτροφία, όταν ήμουν περίπου 30 ετών. Οπως αντιλαμβάνεστε, σε εκείνη την ηλικία βίωσα τη διεθνή μου αναγνώριση σαν την απόλυτη απελευθέρωση! Πιεστικό μάλλον υπήρξε το πλαίσιο στην Ελλάδα, που δεν ανοίγει εύκολα τις πόρτες σε έναν νέο άνθρωπο που επιθυμεί διακαώς να δημιουργήσει. Απλώς δεν είναι αρκετό στη χώρα μας. Προσωπικά, σαν Μιράν, δεν με πτοούν τα εμπόδια, είναι σχεδόν ανύπαρκτα στο οπτικό μου πεδίο, γιατί από τη φύση μου δεν σταματάω πότε να προσπαθώ και να κυνηγάω, όπου χρειαστεί, αυτό που μου δίνει ζωή, γεμίζει και ολοκληρώνει την ψυχή μου… Η μουσική…

Ποια από τις διακρίσεις σας θεωρείτε πιο καθοριστική για την πορεία σας μέχρι σήμερα;

Σίγουρα η διάκριση της Ν. Κορέας ήταν η καθοριστικότερη της ζωής μου, ακριβώς γιατί μια δική μου μουσική σύνθεση έγινε κομμάτι-σύμβολο δημοκρατίας ενός ολόκληρου λαού, ενός ολόκληρου πολιτισμού. Δεν θα μειώσω όμως την ανεκτίμητη αξία και των υπόλοιπων διεθνών και εντός Ελλάδας διακρίσεών μου. Καθεμία από αυτές έχει αφήσει ένα ξεχωριστό αποτύπωμα μέσα μου και με έκανε πιο «πλούσιο» ως άνθρωπο, πιο σεμνό και σίγουρα πιο συνειδητοποιημένο συνθέτη. Πολύ σημαντική εξίσου ήταν η περσινή πρόσκληση που έλαβα από το υπουργείο Πολιτισμού των Φιλιππίνων. Με κάλεσαν να δώσω διάλεξη στο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας και ερμηνεύτηκε το έργο μου από παραδοσιακή συμφωνική ορχήστρα σε τρεις μεγάλες συναυλίες.

Υπάρχει διαφορά στον τρόπο που «ακούγεται» η μουσική σας στο εξωτερικό σε σχέση με την Ελλάδα;

Η μουσική μου εκτιμάται κι αντιμετωπίζεται πολύ διαφορετικά στο εξωτερικό. Γενικότερα όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, η υπόσταση, ο ρόλος του συνθέτη, οι πολυετείς σπουδές, η διαρκής ενασχόληση με τη σύνθεση, το πολυδιάστατο της μουσικής τέχνης είναι κάτι που γίνεται πλήρως αντιληπτό έξω και με πολύ περισσότερο σεβασμό σε σχέση με την Ελλάδα, δυστυχώς.

Πόσο δύσκολο είναι σήμερα για έναν Ελληνα συνθέτη να ακουστεί ουσιαστικά μέσα στην ίδια του τη χώρα;

Η Ελλάδα, όπως προανέφερα, δεν δίνει χώρο στους νέους συνθέτες. Οι κύκλοι είναι στενοί, απροσπέλαστοι και συγκεκριμένοι. Η διεθνής καταξίωση ίσως να αποτελεί και εμπόδιο, τροχοπέδη στην οποιαδήποτε προσπάθεια καταβάλλω να αναδείξω το έργο μου εδώ. Ομως αυτή η είναι μια γενικότερη στάση που επικρατεί στον πολιτισμό στην Ελλάδα. Σκεφτείτε ότι έπειτα από παγκόσμιες διακρίσεις μου στη σύνθεση στη Ν. Κορέα, στην Κίνα, στις Φιλιππίνες, τη Λιθουανία ουδέποτε με κάλεσε κάποιος επίσημος εδώ. Παρ’ όλα αυτά γνωρίζω προσωπικά τους πρέσβεις όλων των αναφερθέντων χωρών που διακρίθηκα, αφού ήταν οι πρώτοι που με κάλεσαν, μετά την επιστροφή μου, στην Ελλάδα για να με τιμήσουν και να με βραβεύσουν. Και βέβαια με καλούν κάθε χρόνο από τότε σε εκδηλώσεις τους και συνεργάζομαι και μαζί τους. Στη φετινή βράβευσή μου στις Φιλιππίνες ήταν η πρώτη φορά που ήρθαν στη συναυλία εκπρόσωποι από την πρεσβεία της Ελλάδας στη Μανίλα, οι οποίοι εντυπωσιάστηκαν με την αγάπη που μου έδειχναν οι απλοί πολίτες των Φιλιππίνων και με ρώτησαν: «Κ. Τσαλικιάν.,εμείς γιατί δεν σας ξέρουμε;»

Εχετε μιλήσει για την απουσία θεσμικής στήριξης σε κάποιες σημαντικές στιγμές σας. Αυτό σας απογοητεύει ή σας πεισμώνει;

Εχω μιλήσει κατά το παρελθόν και συνεχίζω να αναφέρομαι επίμονα στην απουσία οποιασδήποτε ουσιαστικής στήριξης στους Ελληνες συνθέτες και μουσικούς, αλλά δεν φαίνεται να αλλάζει κάτι. Τώρα αυτό αν με απογοητεύει; Με απογοητεύει για τα τόσο ταλαντούχα νέα παιδιά που διαθέτει αυτή η χώρα που ονειρεύονται και δημιουργούν με την ψυχή τους και αυτό απλά δεν είναι αρκετό.

«Ευθύνη του καλλιτέχνη είναι να κάνει τον τόσο άγριο κόσμο λίγο καλύτερο»

Πώς συνδυάζονται στη ζωή σας τόσο διαφορετικές ιδιότητες, όπως η μουσική, ο αθλητισμός και η στρατιωτική πειθαρχία;

Κανένας άνθρωπος δεν έχει μια πτυχή, μια πλευρά. Καθεμία από αυτές τις ιδιότητες που αναφέρετε αποτελούν σημαντικά κομμάτια-στοιχεία της ζωής μου, της ταυτότητάς μου, όπως και η διττή καταγωγή μου, που συνέβαλλαν και συνεχίζουν να συμβάλλουν και να προσδίδουν στην προσωπικότητα μου. Και τελικά να διαμορφώνουν τον τρόπο που εκφράζομαι στη σύνθεση.

Τι αναζητάτε σήμερα ως δημιουργός; Και τι θα θέλατε να αφήνει πίσω της η μουσική σας στον χρόνο;

Ειδικά αυτές τις σκοτεινές εποχές, που το τέρας του αυταρχισμού αναβιώνει, κλονίζεται κάθε έννοια δικαίου, ελευθερίας και δημοκρατίας κι έχει προδοθεί τόσο βάρβαρα ο άνθρωπος, μου έρχονται διαρκώς στον νου λόγια και στίχοι από τις μεγαλύτερες ποιητικές μορφές του πνευματικού πλούτου της χώρας μας αλλά και του πλανήτη όλου που με στιγμάτισαν και διαμόρφωσαν καθοριστικά την προσωπικότητά μου… Αυτά τα λόγια και οι στίχοι αποτελούν και την απόλυτη αλήθεια της ζωής και, κατ’ εμέ, απάντηση στο ερώτημά σας για το τι αποτύπωμα θα ήθελα να αφήσει η μουσική μου μέσα στον χρόνο…

Γ. Σεφέρης: Οταν στον δρόμο της Θήβας, ο Οιδίπους συνάντησε τη Σφίγγα κι αυτή του έθεσε το αίνιγμά της, η απόκρισή του ήταν: «Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ». Τούτη η απλή λέξη χάλασε το τέρας…»

Γ. Ρίτσος: «Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, από τον κόσμο. Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο…»

Ποια είναι η μεγαλύτερη ευθύνη ενός καλλιτέχνη σήμερα;

Να καταφέρει να διατηρήσει ζωντανό το πραγματικό νόημα της ζωής, την ομορφιά της ζωής και να κάνει αυτόν τον τόσο άγριο κόσμο λίγο καλύτερο με την παρουσία και το έργο του…

ΑΠΟ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

by : tinakanoumegk


0
361

στὴ μνὴμη τοῦ δασκάλου μας Δημοσθένη Θέου

«Ὁ Ἑλληνικὸς κινηματογράφος ἀγνοεῖ τὴν Ἑλλάδα, τὰ προβλήματά της, τὴν ἀρρώστεια της. Κάτι χειρότερο. Μεταβάλλει σὲ κλασσικὰ εἰκογραφημένα τὴν ἱστορία της (“Ὄχι”), δανείζεται ἀπὸ τὸν ἀμερικάνικο κινηματογράφο χωρὶς νὰ μετουσιώνει (“Πανικός”), αὐνανίζεται (“Θυμήσου, ἀγάπη μου”)». Μὲ αὐτὴ τὴ σαρωτικὴ κρίση ἀντιμετωπίζει τὸ δέκατο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, τὸ νέο τότε περιοδικὸ «Σύγχρονος Κινηματογράφος», στὸ τρίτο μόλις τεῦχος του, Νοέμβριος 1969. Ἐν μέσῃ Χούντα.

Πέντε χρόνια μετὰ καὶ λίγους μόλις μῆνες ἀπὸ τὴ Μεταπολίτευση, τὸ νέο τότε περιοδικὸ «Φίλμ», τοῦ πρόσφατα ἀποθαμένου Θανάση Ρεντζῆ, σημειώνει μιὰ ἀλλη ροπὴ τοῦ ἑλληνικοῦ σινεμά: «Ἡ διαμόρφωση τῆς κινηματογραφικῆς πραγματικότητας ὅπως ἐμφανίζεται σήμερα ἔχει οὑσιαστικὰ τὴν ἀρχή της στὰ 1960. [...] Τὸ ἂν ὡστόσο δὲν ἔχουμε μιὰ σειρὰ ἀπὸ ταινίες ποὺ ν’ ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴ μουσική μας δὲν σημαίνει πὼς ὁ Νέος Ἑλληνικὸς κινηματογράφος δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει μέσα στὴν πολυμορφία του σ’ αὐτὸ τὸ μεγάλο φάσμα ποὺ ἀκόμα θεωρεῖται δυνάμει ποὺ μπορεῖ ὡστόσο νἆναι κι’ ἐνεργεία». Ἴσως ἐτσι ἡ διαδρομὴ ἀπὸ τὸ δέκατο στὸ δέκατο πέμπτο Φεστιβὰλ Θεσσαλονίκης, ἀπὸ τὸ ’69 στὸ ’74, νὰ μοιάζει πανομοιότυπη, μὲ διαφορὰ τὴν «ἀφανῆ ὅμως αὐτὴ τὴ φορὰ λογοκρισία», ὅπως σημειώνεται στὴ ἀνταπόκριση τοῦ «Φίλμ». Ὑπάρχει, βέβαια, στὴν ὑστερότερη ἀποτίμηση κι ἐκείνη ἡ «κινηματογραφικὴ ἔκρηξη στὸ Φεστιβὰλ Θεσσαλονίκης τοῦ 1966: Μέχρι τὸ πλοῖο τοῦ Ἀλέξη Δαμιανοῦ, Πρόσωπο μὲ πρόσωπο τοῦ Ροβήρου Μανθούλη, Ὁ θάνατος τοῦ Ἀλέξανδρου τοῦ Δ. Κολλάτου, μαζὶ μὲ τὴν Ἐκδρομὴ τοῦ “ἀρχαιότερου” Τάκη Κανελλόπουλου», ὅπως σημειώνει ὁ Κώστας Τερζῆς, στὸ ἀφιέρωμα τοῦ «Διαβάζω», Ἀπρίλιος 2007, τότε ποὺ «τόσο ὁ νέος ὅσο καὶ ὁ παλιὸς ἑλληνικὸς κινηματογράφος ἀνήκουν πιὰ στὸ παρελθόν».

Τὸ νὰ διατρέξει κανεὶς ὁλόκληρο τὸ σῶμα τοῦ ἑλληνικοῦ κινηματογράφου κατὰ τὴν (πρώτη) Μεταπολίτευση, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ 1974 ἔως τὴν ἀρχὴ τῆς δεκαετίας τοῦ 1980, θὰ ξεπερνοῦσε ἀκόμα καὶ τὸν χῶρο ἑνὸς ἀφιερωματικοῦ τόμου καὶ ὁπωσδήποτε ξεπερνάει τὶς δυνατότητες ἀλλὰ καὶ τὶς προθέσεις τοῦ γράφοντος. Στὰ ὅρια ἑνὸς ἄρθρου ἀρκεῖ νομίζω ἡ σκιαγράφηση μιᾶς μετάβασης ἀπὸ ἕνα σῶμα τῆς κινινηματογραφίας μας σὲ ἕνα ἄλλο. Σχηματικά, τὴ μετάβαση σὲ αὐτὸ ποὺ αὐτοονομάστηκε Νέος Ἑλληνικὸς Κινηματογράφος (Ν.Ε.Κ. κατὰ τὴ μεταπολιτευτικὴ μόδα τῶν ἀκρωνυμίων) σὲ ἀντιπαραβολὴ μὲ ἕνα παλαιότερο σῶμα ταινιῶν τοῦ ἐμπορικοῦ ἢ κατ’ ἀντιστοιχίαν τοῦ Παλαιοῦ Ἑλληνικοῦ Κινηματογράφου, ὁπωσδήποτε προδικτατορικοῦ. Ἡ ἑπταετία τῶν Συνταγματαρχῶν, ὡς πρὸς τὰ κινηματογραφικὰ πράγματα, ὁρίζει τὴν παρακμὴ ἀφενὸς τοῦ λαϊκοῦ (ἐμπορικοῦ) σινεμὰ καὶ ἀφετέρου τὴν ἐπώαση τοῦ νέου (καλλιτεχνικοῦ) κινηματογράφου. Οἱ ἔντὸς παρενθέσεως χαρακτηρισμοὶ ἐντελῶς σχηματικοί.

Σχηματικὰ ἂς διαγράψουμε χρονικὰ τὰ ὅρια τοῦ Παλιοῦ ἀπὸ τὸ 1950 ἔως τὸ 1965, ὁπότε ἔχουμε καὶ τὶς ἀξιολογώτερες ταινίες του καὶ τὰ ὅρια τοῦ Νέου ἀπὸ τὸ 1966 ἔως τὸ 1984 ἢ τὰ ὅρια αὐτὰ σὲ ταινίες, ἀπὸ τὸν Μεθύστακα (1950) τοῦ Γιώργου Τζαβέλλα, ἔως τὸ Χῶμα βάφτηκε κόκκινο (1965), τὴ δεύτερη ὑποψηφιότητα γιὰ Ὄσκαρ τοῦ Βασίλη Γεωργιάδη. – Τὰ χρόνια αὐτὰ ἔχουμε ἔκρηξη ταινιῶν, καθὼς ὁ λαϊκὸς κινηματογράφος ἔφθανε στὸ ζενίθ του. Τὸ 1967 γυρίστηκαν 118 ταινίες! Τὸ 1965 ἔχουμε ἐπίσης τὴν τελευταία ταινία τοῦ Τζαβέλλα, Ἡ δὲ γυνὴ νὰ φοβήται τὸν ἄνδρα, τέσσερις ταινίες τοῦ Δαλιανίδη, τρεῖς τοῦ Σακελλάριου (οἱ δυό τους, στυλοβάτες τοῦ λαϊκοῦ σινεμά, τὴ χρονιὰ αὐτὴ παρουσιάζουν ταινίες πιὸ «πολιτικές»: Φωνάζει ὁ κλέφτης καὶ Ὑπάρχει καὶ φιλότιμο ἀντιστοίχως), τὴν ἀπαρχὴ τοῦ τρεχαλητοῦ τοῦ Βέγγου στὸ Εἶναι ἕνας τρελλὸς τρελλὸς Βέγγος κ.λπ.

Ὁ Νέος Κινηματογράφος ἐκκινεῖ μὲ τὴν «ἔκρηξη» τοῦ 1966, σχηματικὰ πάλι, ἀπὸ τὸ Μέχρι τὸ πλοῖο τοῦ Δαμιανοῦ ἔως τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα (1984) τοῦ Ἀγγελόπουλου ἢ τὴν Πρωινὴ περίπολο (1987) τοῦ Νίκου Νικολαΐδη ἂν προτιμᾶτε. Ἐν τῷ μεταξύ, ἐκπνέοντας ἡ δεκαετία τοῦ 1980, ἔχει ἐμφανιστεῖ μιὰ νὲα γενιά ποὺ κρατάει ἀποστάσεις ἀπὸ τὸν Νέο Κινηματογράφο – Τὸ δέντρο ποὺ πληγώναμε (1986) τοῦ Δήμου Ἀβδελιώδη σημειώνει νομίζω τὴ νὲα (νοσταλγικὴ) στροφή.

Ἀλλὰ ἂς ἀφήσουμε τὶς περιοδολογήσεις γιὰ νὰ ξαναγυρίσουμε στὸ γκάπ, τὴ διακοπὴ τῆς συνέχειας, ποὺ συμπίπτει χρονικὰ μὲ τὸ Πραξικόπημα τοῦ 1967. Ἡ πολιτικὴ κρίση (Δικτατορία), ποὺ ἔχει πάντοτε πνευματικὴ ρίζα καὶ ἀντίκτυπο στὸν πολιτισμό, ἡ συνακόλουθη ἀνάπτυξη τῆς τηλεόρασης καὶ τοῦ λαϊκισμοῦ ποὺ φέρνει τὴν παρακμὴ τοῦ λαϊκοῦ καὶ ἡ στροφὴ σὲ ἕνα ἄλλο μοντέλο κινηματογράφου, ἂς ποῦμε σχηματικὰ πιὸ εὐρωπαϊκό, ὁρίζουν μιὰν ἀσυνέχεια, ἡ ὁποία, ὡστὸσο, στὰ χρόνια τῆς Χούντας χτίζει μιὰ συνέχεια. Τὴ γέφυρα τοῦ Νέου Κινηματογράφου ἀπὸ τὸ 1966 στὸ 1974 χτίζουν, κατὰ τὴ γνώμη μου, τρεῖς ταινίες ποὺ στὸ χῶρο τῶν ἰδεῶν προεικονίζουν τὴ Δικτατορία, τὴ διατρέχουν, δείχνοντας τὶς πληγὲς ποὺ ἀφήνει, καὶ ὁρίζουν τὸ τέλος της. Μὲ τὶς πληγὲς αἱμάσσουσες εἰσέτι. Οἱ ταινίες αὐτὲς εἶναι: τὸ Κιέριον, τοῦ Δημοσθένη Θέου (1935-2018), ἡ Εὐδοκία τοῦ Ἀλέξη Δαμιανοῦ (1921-2006) καὶ Ὁ θίασος τοῦ Θόδωρου Ἀγγελόπουλου (1935-2012). Ἡ πρώτη ὁλοκληρώθηκε πρὶν τὸ πραξικόπημα, τὸ 1968, ἀλλὰ προβλήθηκε στὴν Ἑλλάδα ἀκριβῶς στὴ Μεταπολίτευση, ἡ δεύτερη γυρίστηκε στὰ χρόνια τῆς κάμψης τοῦ καθεστῶτος, 1971, καὶ ἡ τρίτη ἀμέσως μετὰ τὴν πτώση του, τὸ 1975, ἐνσωματώνοντας μιὰν ἄλλη κρίση, τὴν κρίση τοῦ Ἐμφυλίου. Καὶ οἱ τρεῖς, δηλωμένα ἢ ἄδηλα-παραβολικά, σκιαγραφοῦν τόσο τὸ ζοφερὸ τοπίο τῆς Δικτατορίας, ὅσο καὶ τὶς ὁρίζουσες μιᾶς (ἀκυρωμένης) Μεταπολίτευσης.

 

*   *   *

 

Τὸ Κιέριον τοῦ Θέου, γυρισμένο στὴν Ἀθήνα στὸν ταραγμένο χρόνο ἀκριβῶς πρὶν τὸ πραξικόπημα, «τὸ φίλμ γυρίστηκε μισοπαράνομα», λέει ὁ σκηνοθέτης στὸ «Φίλμ», ὁλοκληρώνεται στὴν ὑπερορία καὶ διαγωνίζεται στὸ Φεστιβάλ Βενετίας γιὰ τὸν Χρυσὸ Λέοντα τὸ 1968, ἀποσπώντας τιμητικὴ διάκριση. Ὁ Θέος ἐπιστρατεύει στὸ γύρισμα ὅλη τὴ γενιὰ τοῦ Νέου Κινηματογράφου (Ἀγγελόπουλος, Βούλγαρης, Μαρκετάκη, Σφήκας, Τορνὲς κ.ἄ.) σὲ μία καὶ μοναδικὴ παγκοινιὰ γιὰ νὰ ὁλοκληρώσει τὰ γυρίσματα τῆς ταινίας του, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὸν σκηνοθέτη της στὴν αὐτοεξορία του, μαζὶ μὲ τὶς 100 ὧρες τοῦ Μάη (1963), τὸ ντοκιμαντέρ του (μαζί με τον Λαμπρινό) γιὰ τὰ γεγονότα τῆς δολοφονίας Λαμπράκη, τὸ ὁποῖο θὰ προβληθεῖ στὸ Παρίσι τὶς ἐπίσης ταραγμένες μέρες τοῦ Μάη τοῦ ’68. Τὸ Κιέριον θὰ ἐπιστρέψει μαζί του στὰ πάτρια τὸ 1974, μετὰ βραβείων καὶ ἐπαίνων, στὸ πρῶτο μεταδικτατορικὸ Φεστιβὰλ Θεσσαλονίκης (τὸ δέκατο πέμπτο).

Εἶναι ἐνδιαφέρον τὸ πῶς ἡ Δικτατορία προαναγγέλεται σ’ αὐτὸ τὸ φὶλμ τοῦ Θέου. Τὸ ἴδιο διαγράφονται καὶ αἰτήματα μεταπολίτευσης, μιᾶς ἐπιστροφῆς στὴν ἀστικὴ δημοκρατία. Ὁ κινηματογράφος γίνεται ἐδῶ εἶδος σεισμογράφου καὶ καταγράφει τὶς ἔντονες προσεισμικὲς δονήσεις μαζὶ καὶ τὶς ὀδύνες μιᾶς χειμαζόμενης ἀπὸ ἀνελευθερία καὶ ἐξάρτηση ἀπὸ σκοτεινὰ κέντρα χώρας. «Τὸ Κιέριον εἶναι μιὰ ἀρχαία θεσσαλικὴ πόλη (κοντὰ στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα τοῦ σκηνοθέτη, σημειώνω), ποὺ ἄλλαζε συνέχεια κατακτητὲς καὶ προστάτες ἐξαιτίας τῆς στρατηγικῆς της θέσης. Τὸ Κιέριον τοῦ Θέου εἶναι μιὰ ἀπόπειρα χαρτογράφησης τοῦ χώρου Ἑλλάδα, ὅπου παίζονται παιχνίδια ὑψηλῆς πολιτικοστρατηγικῆς σκοπιμότητας ἐρήμην καὶ σὲ βάρος τῶν ἰθαγενῶν. Ἕνας τέτοιος ἰθαγενὴς εἶναι καὶ ὁ δημοσιογράφος τῆς ταινίας, ποὺ σφίγγεται στὸν κλοιὸ μιᾶς ἐντελῶς ἀόρατης πολιτικῆς σκοπιμότητας καὶ ποὺ γλυτώνει μόλις καὶ μετὰ βίας, γιατὶ τόλμησε νὰ φτάσει πολὺ κοντὰ στὰ αἴτια τῆς δολοφονίας ἑνὸς Ἀμερικάνου συναδέλφου του, ποὺ δὲν εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Πόλκ». Ἀντιγράφω τὴν ὑπόθεση τοῦ ἔργου ἀπὸ τὸν Βασίλη Ραφαηλίδη, ὅπως τὴν μετέφερε στὸν «Ριζοσπάστη», ὅταν τὸ 1974 προβλήθηκε ἡ ταινία στὴν Ἀθήνα. «Ὁ Μόργκαν τῆς ταινίας (λέει ὁ ἴδιος ὁ Θέος στὸ «Φίλμ») ἀντιστοιχεῖ σὲ κάποιο ἐπίπεδο μὲ τὸν δημοσιογράφο Πὸλκ ποὺ βρέθηκε στ’ ἀλήθεια σκοτωμένος στὴ Θεσσαλονίκη τὸ 1948». Ἡ ταινία, «τὸ ὀπτικὸ κλῖμα τοῦ Κιέριον (ὅπως τὸ λέει ὁ σκηνοθέτης) εἶναι ἄμεσα ἐπηρεασμένο ἀπ’ τὶς “μαῦρες” ταινίες σκνοθετῶν ποὺ ἀνήκουν ἰδεολογικὰ στὸν χῶρο ποὺ ἀνέφερα (τοῦ ἀντιμακαρθισμοῦ στὶς ΗΠΑ): Ἀμπραάμ Πολόνσκι, Ζὺλ Ντασσὲν, Ντάλτον Τράμπο».

Εἶναι σαφὲς ὅτι τὸ κλῖμα στὸν ἑλληνικὸ κινηματογράφο ἀλλάζει μὲ τὴν ταινία αὐτή. Οἱ πολιτικὲς ἀναφορὲς γίνονται περισσότερο ἄμεσες, ὅπως καὶ οἱ ἀναφορὲς σὲ ἀριστερὲς (μαρξιστικὲς κυρίως) ἰδεολογικὲς τοποθετήσεις μαζὶ καὶ οἱ κινηματογραφικὲς ἀναφορὲς σὲ ἕνα πιὸ σύγχρονο σινεμὰ, ὅπου οἱ μετρημένες λήψεις τῶν στούντιο μὲ τὰ σκηνικά, πάνω σὲ ἕνα αὐστηρὰ δομημένο σενάριο, ἀντικαθίστανται ἀπὸ πιὸ αὐθόρμητες λήψεις σὲ φυσικοὺς χώρους, στοὺς δρόμους, σὲ σπίτια κ.λπ: «Ὅταν ἀρχίσαμε τὸ γύρισμα εἴχαμε γράψει μαζὶ μὲ τὸν Κώστα Σφήκα ἕνα σχέδιο σεναρίου 8-10 σελίδων. Σ’ αὐτὸ τὸ ὑποτυπῶδες σενάριο νομίζω πὼς ὑπῆρχε ἡ θεματολογία τῆς ταινίας. [...] Αὐτὴ ἡ μέθοδος προσέγγισης εἶναι ἀνεξάντλητη». Ἡ στροφὴ ἀπὸ ἕναν κινηματογράφο τῶν εἰδῶν, στὰ καθ’ ἡμᾶς κυρίως κωμωδίας, μελοδράματος καὶ ὑστερότερα μιούζικαλ, κατὰ τὰ πρότυπα τῆς χολιγουντιανῆς παραγωγῆς, σὲ ἕνα πιὸ ἄμεσο σινεμὰ ὅπως τὸ ἔφεραν οἱ εὐρωπαϊκὲς πρωτοπορεῖες, περισσότερο πολιτικοποιημένο, τὸ «φρὶ σίνεμα», ἡ «νουβέλ βάγκ» (ὁ Γκοντὰρ ἐδῶ ὑπῆρξε ἴνδαλμα γιὰ τοὺς νεώτερους κινηματογραφιστές, ἕνα εἶδος Λένιν τοῦ κινηματογράφου), ἕνα σινεμὰ κοντὰ στὴ γλώσσα ντοκιμαντέρ. Μὲ αὐτό του τὸ φὶλμ ὁ Θέος, ποὺ ἡ ὄψη καὶ ἡ πολιτεία του θύμιζε περισσότερο φιλόσοφο τῆς Στοᾶς παρὰ σκηνοθέτη, ἔγινε ὁ σημαιοφόρος ἑνὸς ἑλληνικοῦ «νέου κύματος», ποὺ σύντομα ὅμως οἱ ὑποσχέσεις του ἐξανεμίστηκαν. Ὁ Θέος, βέβαια, ἀσύμβατος μὲ τὸ πλαίσιο ποὺ πάσχιζε νὰ ὀργανώσει αὐτὸ τὸ «νέο κῦμα» σὲ «σχολή», συνέχισε μιὰ πορεία μοναχική, συνεχίζοντας πιὸ στοχαστικὰ στὴ Διαδικασία (1976) ἢ διευρύνοντας τὴ ματιά του, στὸν Καπετάν-Μεϊντᾶνο (1987), σὲ θέματα ἑλληνικῆς ταυτότητας, ἰθαγένειας καὶ παράδοσης (Εἰκόνα), ξεσηκώνοντας γι’ αὐτὸ ἐναντίον του τὴν κερκίδα τοῦ Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης (εἰκοστὸ ὄγδοο πλέον), σηματοδοτῶντας μοναχικὰ καὶ ἀπέλπιδα μιὰ στροφὴ πρὸς τὴν ἑλληνικὴ αὐτοσυνειδησία κι ἀποσυρόμενος ἔκτοτε στὰ βιβλία του, κάπου σὲ μιὰ στοὰ τῆς ὁδοῦ Ἡφαίστου.

 

Το ἴδιο μοναχικὸς ὑπῆρξε καὶ ὁ Ἀλέξης Δαμιανός. Ἡ Εὐδοκία (1971) του, ἕνα μετέωρο στὸ ἑλληνικὸ σινεμά, ποὺ ἡ μοναδικότητά της τὴ μεταποίησε σὲ μῦθο, φάνηκε σὰν ἡ ὑπόσχεση γιὰ ἕνα ἄλλο σινεμά, ὑπόσχεση ποὺ γρήγορα κι αὐτὴ διαψεύστηκε. Στὴν ἀκμὴ τοῦ στρατιωτικοῦ καθεστῶτος, ἡ ταινία ἔχει ὡς πρωταγωνιστή της ἕνα λοχία ποὺ ἐρωτεύεται καὶ θέλει νὰ παντρευτεῖ μιὰ πόρνη ἔξω ἀπὸ τὸν περίβολο τοῦ στρατοπέδου. Ἣ τὸ ἀντίστροφο, κατὰ πὼς σημαίνεται στὸν τίτλο τῆς ταινίας: Ἡ Εὐδοκία ἐρωτεύεται τὸν φαντάρο. Πράξη ἀπαγορευμένη σὲ μία πόρνη. Ὁ ἔρωτας δίνει μιὰ ὑπόσχεση ἐλευθερίας. «Θὰ λέγαμε πὼς ἡ Εὐδοκία (ὅπως ἄλλωστε, καὶ τὸ Μέχρι τὸ πλοῖο) εἶναι ἕνας “μῦθος περὶ ἠθικῆς” κι ὅτι ὁ Δαμιανὸς εἶναι, κατ’ ἄρχὴν μοραλίστας. [...] Κατὰ τὸν Δαμιανό, τόσο οἱ παγιωμένοι ὅσο καὶ οἱ ἐπιβεβλημένοι ἀπ’ τὴ συνήθεια ἠθικοὶ καταναγκασμοὶ δημιουργοῦν ἕνα ἀδιαπέραστο τεῖχος, πάνω στὸ ὁποῖο συντρίβεται κάθε προσπάθεια ἀπόδρασης τοῦ ἐγκλωβισμένου “ἐντὸς τῶν τειχῶν”». Εἶναι ὁ Βασίλης Ραφαηλίδης πάλι, στὴν ἀνταπόκρισή του ἀπὸ τὸ Φεστιβάλ (δωδέκατο) ποὺ ὑπομνηματίζει τὴν ταινία στὸν «Σύγχρονο».

Τὰ συρματοπλέγματα ποὺ χωρίζουν τελικὰ τὴν Εὐδοκία ἀπὸ τὸν στρατιώτη δὲν ἔχουν νὰ κάνουν μόνο μὲ τὴν πολιτικὴ συγκυρία τῆς Χούντας. Εἶναι οἱ παγιωμένες κοινωνικὲς συμβάσεις καὶ ἡ ὑποκριτική (μικρο)ἀστικὴ ἠθικὴ καὶ ἡ φτώχεια, μοῖρα καταγωγικὴ τοῦ νεοέλληνα. Εἶναι μεγαλοφυὴς ἡ παραβολικὴ μετατροπὴ τοῦ τρίκυκλου τοῦ παρακράτους ποὺ φόνευσε τὸν Λαμπράκη σὲ τρίκυκλο τῶν νταβατζήδων τῆς ταινίας. Ὅμοια μὲ τὴν Εὐδοκία ἡ χώρα παραμένει δέσμια τῆς κακιᾶς τῆς μοίρας, ποὺ ἀπὸ τὴ θεία εὐδοκία τοῦ ἔρωτα καὶ τὴν ὑπόσχεση ἐλευθερίας στριμώγνεται στὴ «λογικὴ» τοῦ νταβατζῆ της, στὴν ἐκπόρνευση, στὴ χρηματικὴ ἐξαγορὰ τῆς «εὐτυχίας». Ἡ Ἑλλάδα εἶναι κι αὐτὴ μιὰ γυναίκα. Μιλῶντας γιὰ τὴν πρώτη του ταινία, τὸ Μέχρι τὸ πλοῖο, στὸν «Σύγχρονο», στοὺς Θόδωρο Ἀγγελόπουλο καὶ Λάκη Παπαστάθη (ὁ Παπαστάθης ἦταν βοηθός του στὴν Εὐδοκία), ὁ Δαμιανὸς κάνει τὸ δικό του διάγραμμα τῆς ταινίας, καὶ ἐτούτης καὶ ἐκείνης: «Οἱ γυναῖκες βαραίνουν στὸ (στὰ) φὶλμ μου, γιατὶ ἔκεῖνο ποὺ ἐκφράζει περισσότερο τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα εἶναι ἡ θέση τῆς γυναῖκας. Ὄντας ἡ οἰκονομικὴ κατάσταση στὴν Ἑλλάδα αὐτὴ ποὺ εἶναι, δύσκολα μποροῦμε νὰ μιλήσουμε γι’ αὐτὴν ἂν δὲν χρησιμοποιήσουμε λεξιλόγιο βίας. Σ’ αὐτὴ τὴ χώρα ὅπου ἡ γυναίκα ἐξαρτᾶται τόσο πολὺ ἀπ’ τὸν ἄντρα, ὅπου κάθε πράξη της σφραγίζει ὅλη της τὴ ζωὴ κι ὅπου τὸ ἐρωτικὸ ἔνστικτο εἶναι τόσο δεμένο μὲ τὸ ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης, ὁ ἔρωτας ὁδηγεῖ μοιραία στὴν τραγωδία». Ἡ Εὐδοκία εἶναι μιὰ σύγχρονη τραγωδία.

Ἡ ταινία ἀντιμετωπίστηκε μὲ μιὰ κάποια ἀμηχανία στὸ Φεστιβάλ, ὅπου ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι στὴν Κριτικὴ Ἐπιτροπὴ συμμετεῖχαν μεταξὺ ἄλλων ὁ Γιῶργος Τζαβέλλας καὶ ὁ Ἀλέκος Σακελλάριος, ὁ Θᾶνος Κωτσόπουλος καὶ ὁ Πολύκλειτος Ρέγκος, δίνοντας μόνο τὸ βραβεῖο στὴν πρωταγωνίστρια Μαρία Βασιλείου. Ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ παρενθετικὰ ὅτι τὴν ἴδια χρονιὰ ἡ ἴδια ἀμηχανία ὑπῆρξε καὶ γιὰ τὴν ταινία Τί ἔκανες στὸν πόλεμο Θανάση; Ἡ δημοφιλία τοῦ Θανάση Βέγγου δὲν μπόρεσε νὰ τοῦ στερήσει, βέβαια, τὸ πρῶτο βραβεῖο ἑρμηνείας, ἀλλὰ ἡ ταινία τοῦ Ντίνου Κατσουρίδη δὲν πῆρε τὸ βραβεῖο καλύτερης ταινίας, φεύγοντας ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη μὲ βραβεῖο σεναρίου καὶ καλύτερης καλλιτεχνικῆς (!) ταινίας. Ὅμοια μὲ τὸν Δαμιανό, οἱ Βέγγος-Κατσουρίδης μιλοῦν ἐν παραβολαῖς γιὰ τὸν ζόφο τῆς ἀνελευθερίας, ποὺ φτάνει τὸν τύραννο σὲ κωμικοτραγικὸ γκροτέσκο βλακείας, μεταθέτοντας στὴν Κατοχὴ τὴν ταινία τους. Καὶ ὁ μὲν Βέγγος μετὰ ταῦτα παίχτηκε σὲ κάθε γειτονιά, ἂν καὶ λίγοι μποροῦσαν νὰ δοῦν τὴν τραγωδία πίσω ἀπὸ τὸ γέλιο (τὸ αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς ἄλλες ταινίες τοῦ κωμικοῦ μας), ὁ δὲ Δαμιανὸς ἐξορίστηκε σὲ μιὰ περιορισμένη διανομὴ στὶς αἴθουσες, γλιτώνοντας παρά τρίχα τὴν ἀπαγόρευση τῆς ταινίας του γιὰ «διασυρμὸ τοῦ στρατεύματος». Οἱ καραβανᾶδες διάβασαν τὴν ταινία κατὰ τὸν λογισμό τους: «ἡ πουτάνα βρῆκε τὴ σειρά της καὶ ὁ λοχίας ἔσωσε τὴν ἀντρικὴ καὶ στρατιωτική του τιμή».

Ἡ Εὐδοκία καὶ ὁ σκηνοθέτης της θὰ ἐξοριστοῦν στὴ Μεταπολίτευση ὡς μῦθος. Ἡ μυθοποίηση τῆς ταινίας μεταπολιτευτικά, ὡς ἡ ἄλλη ὄψη τῆς ἀμηχανίας ποὺ περιγράψαμε πρίν, ἔγινε γιὰ τὸν σκηνοθέτης της βελούδινος ἀποκλεισμός. Μπορεῖ τὸ «Ζεϊμπέκικο τῆς Εὐδοκίας» τοῦ Μάνου Λοΐζου πάνω σὲ μοτίβο τῆς νεκρώσιμης ἀκολουθίας ποὺ τοῦ κανονάρχισε ὁ σκηνοθέτης-ψάλτης Δαμιανός, νὰ ξεχώρησε δίπλα στὴ «Φραγκοσυριανὴ» καὶ τὴ «Συννεφιασμένη Κυριακὴ» στὸ πάλκο τοῦ ἑλληνικοῦ γλεντιοῦ, ἀλλὰ ὁ σκηνοθέτης μετὰ μυρίων κόπων καὶ βασάνων θὰ μπορέσει νὰ ξανακάνει ταινία, τὸν Ἠνίοχο (1994), ἕνα τέταρτο τοῦ αἰῶνα μετά, χτυπημένος ἤδη ἀπὸ τὰ γεράματα, προσπαθῶντας νὰ συνάψει σὲ μιὰ αὐτοβιογραφία ὅλα ὅσα ἄφησε ἀνείπωτα μετὰ τὴν Εὐδοκία.

 

Ὁ Θόδωρος Ἀγγελόπουλος εἶναι ὁ πλὲον γνωστὸς, φημισμένος κι ἀναμφίβολα ὁ πιὸ παραγωγικὸς (μαζί μὲ τὸν Νῖκο Παναγιωτόπουλο) σκηνοθέτης στὴ Μεταπολίτευση. Ὁ Θίασος εἶναι ἡ πιὸ ἐμβληματική του ταινία, ποὺ ἐκτίναξε τὴ διεθνὴ φήμη τοῦ σκηνοθέτη στὸ Πάνθεον τοῦ κινηματογράφου. Ὁ Θίασος εἶναι μιὰ τομὴ στὴ σύγχρονη ἑλληνικὴ ἱστορία, ἀπὸ τὴ Μικρασία (καὶ πιὸ πίσω, ἀπ’ τὸ Εἰκοσιένα) ἔως τὸν Ἐμφύλιο, μὲ νυστέρι τὰ ιδιότυπα πλάνα του. Ἕνας θίασος σὲ περιοδεία μὲ τὸ ἔργο τοῦ Σπύρου Περεσιάδη «Γκόλφω» στὴν ἀποξεχασμένη ἐπαρχία συναντᾶ τὸν μῦθο τῶν Ἀτρειδῶν. Παραβολικά, ἡ «καθυστερημένη», παγωμένη κοινωνικὰ καὶ ἱστορικὰ Ἑλλάδα συγκρούεται μὲ τὴ μοίρα της, τὴν μήνιν καὶ τὴν ἄτη τῆς Ἱστορίας. Ὕβρις εἶναι ἡ ἀπουσία τοῦ πατέρα, ἢ ἡ δολοφονικὴ αὐθάδεια ἂν προτιμᾶτε, ἑνὸς δοτοῦ “πατέρα” ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ ἔχει πολλοὺς ἡ σύγχρονη Ἑλλάδα. «Ἁπ’ τὴ λυόμενη σκηνὴ ἑνὸς μικροῦ λαϊκοῦ θιάσου», γράφει ὁ Νῖκος Κολοβός, «χωρᾶ νὰ περάσει ὁλόκληρη ἡ Ἑλλάδα. Ἀκριβέστερα, λείψανα ἀπὸ μιὰ ἱστορική της ἐποχὴ καὶ σκιὲς ἀπὸ μιὰ “προϊστορία” της. Ἀρχίζοντας ἀπ’ τὸ 1939 καὶ φθάνοντας ὣς τὸ 1952».

Ἡ ταινία γυριζόταν ἤδη στὰ χρόνια τῆς Δικτατορίας, ἀκριβῶς στὸν καιρὸ τῶν ἐξελίξεων ποὺ ἔφεραν τὴ Μεταπολίτευση. Εἶναι, ἂν δεῖ κανεὶς τὴν ταινία ἀπομακρυσμένος ἁπὸ τὴν ἐκρηκτικὴ ἐκείνη ἐποχή, ἡ εἰκονα μιᾶς χώρας ποὺ ἀλλάζει. Κι ἐδῶ εἶναι ποὺ ὑπόγεια συναντιέται μὲ τὶς δύο ταινίες ποὺ προαναφέραμε. Ὁ καθεὶς ἔχει τὰ ὅπλα του, βεβαίως. Ἂν ὁ Θέος, ὁ πλέον πολιτικὸς ἀπ’ τοὺς τρεῖς, χαρτογραφεῖ τὴν ἐξάρτηση ἀπὸ ξένα κέντρα καὶ μεγάλα τρὰστ καὶ σκιαγραφεῖ τὸ αἴτημα γιὰ Δημοκρατία ἀκόμα καὶ πρὶν τὸ Πραξικόπημα, ἂν ὁ Δαμιανὸς κοιτάζει βαθειὰ τὴν παρακμὴ τῆς παράδοσης καὶ τοῦ συνεκτικοῦ δεσμοῦ ἑνὸς λαοῦ, ὁ Ἀγγελόπουλος βυθομετρᾶ μιὰ πληγὴ ποὺ στοιχειώνει τὸν τὸπο, τὸν Ἐμφύλιο. Ἡ ταινία του αὐτὴ εἶναι κιόλας μία λιτή, μιὰ ὀμηρικὴ περιφορὰ ἑνὸς ἄταφου νεκροῦ (ἡ περιγραφὴ τῆς σκηνῆς ἀπ’ τὸν Κολοβό): «Ὁ Πυλάδης γυρίζει ἀπ’ τὴν ἐξορία. [...] “Ὑπόγραψες;”, τὸν ρωτάει ἡ Ἡλέκτρα, ἐκεῖνος δὲν ἀπαντᾶ. [...] Αἴθουσα καφενείου κοντὰ στὴν παραλία. Ἡ κάμερα περιστρέφεται μ’ ἕνα κυκλικὸ πανοραμίκ, γιὰ νὰ δείξει μιὰ μικρὴ στρατιωτικὴ παρέλαση ἔξω. Ἡ μπάντα παιανίζει τὸ “Ἡ Ἑλλάδα ποτὲ δὲν πεθαίνει”. Ἡ κάμερα σταματᾶ στὸν Πυλάδη ποὺ ἀφηγεῖται τὴ σύλληψή του, τὴν ἐξορία...». Ἡ δικαίωση δὲν ἔχει ἔρθει παρὰ τὴν ἐπιστροφή. Μοιάζει νὰ ἀπουσιάζει ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸ δρᾶμα (κι ἀπ’ τὴν ταινία;) ἡ λύση τῶν Εὐμενίδων στὸ δρᾶμα τῆς μητροκτονίας τοῦ Ὀρέστη (ἡ μετάφραση τῶν στίχων τοῦ Αἰσχύλου ἀπὸ τὸν Ἰ. Ν. Γρυπάρη): «Ποτὲ μέσα στὴν πόλη αὐτὴ νὰ μὴ ἀκουστῆ / εὔχομαι τῆς Διχόνοιας τἄγριο βρουχητό, / ποὺ ἀχόρταγ’ εἶναι στὸ κακό». Ἀκόμα ἡ χώρα περιφέρει ἄταφους νεκρούς, ἄκλαφτους, στεγνοὺς ἀπ’ τὸ ὀφειλόμενο δάκρυ.

Ὁ Θίασος καταφέρνει νὰ διχάσει τὸ ἑλληνικὸ κοινὸ τοῦ σινεμά (καὶ τοὺς κριτικοὺς ὁμολογουμένως), μαθημένο ὣς τότε σὲ ἄλλου εἶδους δράματα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποθεώσει ὑστερότερα τὸν δημιουργό του σὲ ἕνα εἶδος ἱερᾶς κεφαλῆς τοῦ ἑλληνικοῦ κινηματογράφου. Σὲ ἄλλους μιλοῦν τὰ ἔργα τοῦ μοναδικοῦ ἴσως ποιητῆ τῆς ἑλληνικῆς ὀθόνης (ἀτενίζει ἀπὸ ὑψηλότερη κορυφὴ ὁ Τάκης Κανελλόπουλος) κι ἄλλοι ὑποτάσσονται στὴ διεθνή του ἀποθέωση. Σήμερα, πενῆντα χρόνια μετά, πρέπει νὰ τοῦ ἀποδώσουμε τὸ ὀφειλόμενο: Εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν ἐκφραστὴς στὸ σινεμὰ τῆς μετεμφυλιακῆς πληγῆς, ποὺ τὴν ἀπέδωσε μὲ ἔργα ἐπικοῦ χαρακτῆρα. Τὸν δρόμο αὐτὸ ἄνοιξε ὁ Θίασος καὶ ὅπως ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς προηγούμενους, δὲν ὑπῆρξαν συνεχιστές. Παρέλκει ἀπὸ τὶς προθέσεις αὐτοῦ τοῦ σημειώματος ἡ περιγραφὴ τῶν ἰδιότυπων κινηματογραφικῶν μέσων ἔκφρασης, ποὺ ὁ Ἀγγελόπουλος τελειοποίησε, ὅπως τὸ περιβόητό του πλᾶνο σεκάνς. Στὸ Φεστιβὰλ τῶν Καννῶν τὸ 1975, ὅπου ἡ ταινία δὲν συμμετεῖχε στὸ ἐπίσημο πρόγραμμα, μετὰ ἀπὸ βέτο τῆς τότε κυβέρνησης, ἡ ταινία πῆρε τὸ βραβεῖο τῆς Διεθνοῦς Ὁμοσπονδίας Κριτικῶν. Ἐπιστρέφοντας στὰ πάτρια, ὁ Θίασος ἀποθεώθηκε στὸ Φεστιβὰλ Θεσσαλονίκης (τὸ δέκατο ἕκτο) μὲ ἑπτὰ βραβεῖα (καλύτερης ταινίας, σκηνοθεσίας, σεναρίου, φωτογραφίας, α’ ἀνδρικοῦ, α’ γυναικείου ρόλου, βραβεῖο κοινοῦ). Ἡ ταινία (μαζὶ μὲ τὴν Εὐδοκία) δὲν λείπει ἀπὸ καμία λίστα τῶν καλύτερων ἑλληνικῶν ταινιῶν. Ἐπιλογικά, στὸ ἔργο αὐτὸ μπορεῖ νὰ δεῖ κανεὶς σήμερα ζωντανὴ τὴν Ἑλλὰδα ὅπως (ἐπι)ζοῦσε ἀπὸ τὸν πόλεμο ἔως τὰ πρώτα χρόνια τῆς Μεταπολίτευσης, μέχρι τὴ δεκαετία τοῦ 1980. Μιὰ χώρα σχεδὸν ξένη στὰ σημερινὰ μάτια μας. Ὁ Ἀγγελόπουλος, σὲ ὅλες του τὶς ταινίες ἔδωσε ἀληθινὲς εἰκόνες τῆς ἔξω ἀπὸ τὴν Ἀθήνα ἑλληνικῆς ἐπαρχίας, εἰκόνες ποὺ σπανίζουν ἢ δὲν ὑπάρχουν ὁλωσδιόλου στὸ ἑλληνικὸ σινεμὰ παλιὸ καὶ νέο. Κι ἄνοιξε πρῶτος τὰ σύνορα τῆς ἑλληνικῆς ταινίας στὸ ἀνὰ τὴν ὑφήλιο κινηματογραφόφιλο κοινό.

 

*   *   *

 

Οἱ τρεῖς αὐτὲς περιπτώσεις δὲν ἐξαντλοῦν φυσικὰ τὸ θέμα ἑλληνικὸ σινεμὰ στὴ Μεταπολίτευση. Νομίζω ὅμως ὅτι δείχνουν χαρακτηριστικὰ τὴ μετάβαση ἀπὸ ἕναν παλαιὸ σὲ ἕνα νέο ἑλληνικὸ κινηματογράφο καὶ κατὰ κάποιον τρόπο δείχνουν τὶς ἀλλαγὲς ποὺ ἔφερε στὸν σινεμά μας αὐτὴ ἡ μετάβαση. Οἱ ἀλλαγὲς αὐτὲς δὲν ὀφείλονται μόνο στὴν ἀλλαγὴ πολιτικοῦ σκηνικοῦ, ἀπὸ τὴ Δικτατορία στὴ Δημοκρατία. Ἡ διάδοση τῆς τηλεόρασης καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ κοινοῦ στὶς αἴθουσες ἀπὸ λαϊκὸ σὲ κινηματογραφοφιλικὸ ἐπιρρεάζουν ἐξίσου μὲ τὶς πολιτικὲς καὶ θεσμικὲς ἀλλαγὲς τὸ σκηνικό. Γιὰ τὴν Ἱστορία καὶ ἐκτὸς τῶν ὁρίων αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, σημειώνω ὅτι μὲ τὴ Μεταπολίτευση ἀνέλαβε πρόεδρος τῆς «Γενικῆς Κινηματογραφικῶν Ἐπιχειρήσεων», τῆς Τράπεζας ΕΤΒΑ, ὁ Γιῶργος Τζαβέλλας καὶ ἐπὶ τῆς σύντομης θητείας του (πέθανε τὸ 1976) μετονομάστηκε ἡ ἑταιρεία σὲ «Ἑλληνικὸ Κέντρο Κινηματογράφου». Τὸ 1980 τὸ «Ε.Κ.Κ.» μεταβιβάστηκε ἁπὸ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὑπουργείου Βιομηχανίας στὸ ὑπουργεῖο Πολιτισμοῦ, μεταβίβαση ποὺ σηματοδοτεῖ ἀλλαγὲς στὸ πῶς ἀντιμετωπίζεται πλέον ἡ ἑλληνικὴ ταινία ἀπὸ κοινὸ καὶ δημιουργούς: ὄχι ὡς ἐμπορικό-βιομηχανικὸ προϊόν ἀλλὰ ὡς προϊὸν τέχνης. Ὁ νέος κινηματογραφικὸς νόμος τοῦ 1986, ἐπὶ Μελίνας Μερκούρη (Ν.1597/86), κάνει ἀκόμα ἕνα βῆμα: κρατικοποιεῖ πλήρως τὸ «Κέντρο», ποὺ σὺν τῷ χρόνῳ γίνεται ὁ μοναδικὸς κινηματογραφικὸς παραγωγὸς στὴ χώρα. Οἱ ἀλλαγὲς αὐτὲς φέρνουν μὲ τὴ σειρά τους ἀλλαγὲς καὶ στὴν ἑλληνικὴ ταινία καὶ στὴν πρόσληψή της ἀπὸ τὸ κοινό, ποὺ ἑν τῷ μεταξὺ συνεχῶς μειώνεται. Ἄλλωστε καὶ ὁ κινηματογράφος καὶ ἡ πρόσληψή του ἀλλάζουν τὰ ὕστερα χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ 1980 μὲ τὴν εἴσοδο στὴν ψηφιακὴ ἐποχή.

Ὅλα αὐτὰ ὅμως ἀλλοῦ καὶ σὲ ἄλλη εὐκαιρία. Ἐδῶ μείναμε στὴ μετάβαση ὅπως τὴν εἴδαμε ἐπὶ τῆς ὀθόνης σὲ τρεῖς κατὰ τὴ γνώμη μας χαρακτηριστικὲς στιγμές της. Ἂν ὑπῆρξαν βαθειὲς ἀλλαγὲς στὴ μετάβαση αὐτή (ὅχι πάντα οἱ ἀλλαγὲς ποὺ θὰ θέλαμε), νομίζω ὅτι προαναγγέλθηκαν στὸ σινεμὰ σὲ μεγάλες του στιγμές. Τὸ βέλος τοῦ 1966 ἔδειχνε τὸ 1974. Διακοπτόμενο στὴν πορεία του ἀπὸ τοὺς τρικυμισμένους πολιτικοὺς καιρούς, ἀλλὰ μὲ κάποιο ἀφανῆ ἴσως τρόπο συνεχόμενο.

Ἀφιερώνω αὐτὲς τὶς γραμμὲς στὸν ἀείμνηστο δάσκαλό μας Δημοσθένη Θέο καὶ σὲ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἐργάτες τοῦ ἕλλνηνικοῦ σινεμὰ ποὺ δὲν ἔτυχαν εὐρύτερης φήμης ἢ ποὺ δὲν ἀξιώθηκαν ἐκτενῆ λήμματα στὴ «βικιπαίδεια».

 

Οἱ πηγὲς ποὺ χρησιμοποιήθηκαν ἦταν τὰ περιοδικά: «Σύγχρονος Κινηματογράφος» (εἰδικότερα: τεύχη 1, Σεπτέμβριος 1969 καὶ 16, Ὀκτώβριος-Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1971)· «Φίλμ», τεῦχος 3, φθινόπωρο 1974· «Διαβάζω», τεῦχος 473, Ἀπρίλιος 2007. Τὸ βιβλίο τοῦ Νίκου Κολοβοῦ, Θόδωρος Ἀγγελόπουλος, ἐκδόσεις «Αἰγόκερως», 1990. Ἡ μετάφραση τῶν «Εὐμενίδων» ἀπὸ τὸ Ἰ. Ν. Γρυπάρη, Οἱ τραγωδίες τοῦ Αἰσχύλου, ἐκδόσεις «Βιβλιοπωλεῖον τῆς “Ἐστίας”, Ἰ. Δ. Κολλάρου & Σίας Ἀ. Ἑ.», Ἀθήνα 1991.

 

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σύναξη τεύχος 176.

Στην εικαστική συμπλήρωση της σελίδας, στιγμιότυπο από την ταινία "Η κάλπικη λύρα" του Γιώργου Τζαβέλλα (1955).