ενδείξεις - αντενδείξεις





πρός τό δεῖν οὕτω



Προηγούμενα εὕσημον λόγον δῶτε








by : tinakanoumegk


«Ο πόλεμος δεν εμφανίζεται ως ξαφνικό γεγονός· προηγείται πάντα μια περίοδος γλωσσικής εξοικείωσης και κοινωνικής πειθάρχησης.»

Μary Kaldor, καθηγήτρια Παγκόσμιας Διακυβέρνησης New and Old Wars,

Θεωρητική συζήτηση για προετοιμασία, γλώσσα, κανονικοποίηση πολέμου.

«Η κοινωνία καταλαβαίνει βαθμιαία ότι μια χώρα όπως η Γερμανία, με ένα τόσο μεγάλο εξωτερικό εμπόριο και με τόση εξάρτηση από αυτό…  εν ανάγκη θα χρειασθεί να προσφύγει και στη στρατιωτική δράση για να διαφυλάξει τα συμφέροντά της…».

Χορστ Κέλερ, Πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας από τον Ιούλιο του 2004 έως τον Μάιο του 2010, επίσης επικεφαλής μέχρι τις 4 Μαρτίου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Ο πόλεμος δεν ξεκινά με την πραγματοποίηση του πρώτου βομβαρδισμού. Αρχίζει όταν οι κοινωνίες εκπαιδεύονται να αποδέχονται το ιδεολογικό αφήγημα των κυρίαρχων. Όταν ακρίβεια, φτώχεια, επισφάλεια και διάλυση ζωής παρουσιάζονται ως το αναπόφευκτο κόστος εξωτερικών απειλών, όταν οι κοινωνίες μαθαίνουν να απαιτούν λιγότερα και να αντιδρούν λιγότερο. Στο πεδίο αυτό εγκαθίσταται σταδιακά το πολεμικό καθεστώς, χωρίς να χρειάζεται να ονομαστεί πόλεμος.

Οι κοινωνίες στον ευρωπαϊκό χώρο μεταβάλλονται σε πολεμικές με την διαρκή επίκληση της «ασφάλειας», την κανονικοποίηση της εξαίρεσης, την αποδοχή των στερήσεων στ’ όνομα του εθνικού καθήκοντος. «Παλαιότερα υποθέταμε ότι μια ρωσική επίθεση κατά του ΝΑΤΟ θα ήταν πιθανή το 2029. Τώρα όμως ακούγονται εκτιμήσεις για πιθανή κλιμάκωση ήδη από το 2028, ενώ ορισμένοι στρατιωτικοί ιστορικοί εκτιμούν ότι ίσως έχουμε ήδη ζήσει το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι1

Αυτή είναι η απάντηση που έδωσε ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, στην γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung, σε ερώτηση σχετικά με το αν η Ρωσία θα μπορούσε να επιτεθεί σε χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ.

Η τελευταία φράση –ότι ίσως έχουμε ήδη ζήσει «το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι»–  διατυπωμένη δημόσια από εν ενεργεία υπουργό Άμυνας, δεν αποτελεί μια απλή αναφορά σε «εκτιμήσεις ορισμένων στρατιωτικών αναλυτών». Εντάσσεται στα πλαίσια μιας ευρύτερης ρητορικής για την εξοικείωση του του ευρωπαϊκού κοινωνικού χώρου, που καλείται να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.

Η φράση «τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι» ως πολεμικό μήνυμα δεν είναι τυχαία, ούτε καινούργια. Χρησιμοποιήθηκε εκ των υστέρων για να περιγράψει το καλοκαίρι του 1914, μια περίοδο φαινομενικής κανονικότητας, λίγο πριν την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, της πρώτης παγκόσμιας ανθρωποσφαγής. Όπως εξηγεί ο ιστορικός Mark Mazower, «Το καλοκαίρι του 1914 παρουσιάστηκε στους ανθρώπους ως συνηθισμένη εποχή σταθερότητας· εκ των υστέρων όμως καταγράφηκε ως το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι μιας Ευρώπης που βάδιζε ήδη προς τον πόλεμο2

Η ίδια αυτή φράση επαναλαμβάνεται σήμερα από τον γερμανό υπουργό άμυνας, ως μέρος μιας πολεμικής τελετουργίας με σκοπό να σηματοδοτεί το τέλος μιας εποχής. Ο χρόνος παύει να είναι ουδέτερος και γίνεται μεταβατικός, οι κυρίαρχοι δεν ενημερώνουν, αλλά προετοιμάζουν. Δεν υποδεικνύουν έναν κίνδυνο, αλλά κατασκευάζουν ένα χρονικό κατώφλι. Όταν η εξουσία επαναφέρει τις μνήμες προηγούμενων πολέμων, δεν προβλέπει το μέλλον, προσπαθεί να το καταστήσει αναπόφευκτο, αφαιρώντας από τις κοινωνίες τη δυνατότητα να το αμφισβητήσουν.

Τα ιστορικά γεγονότα σπάνια επιστρατεύονται από την εξουσία για να αποτραπεί η επανάληψή τους. Αντίθετα η κυριαρχική αφήγηση της ιστορίας στοχεύει στην εξασφάλιση της κοινωνικής συναίνεσης με τους κρατικούς σχεδιασμούς. Η «ειρήνη» παρουσιάζεται ως παροδική διαχείριση που τελειώνει, όχι ως κοινωνική ανάγκη που απαιτεί σύγκρουση με τους μηχανισμούς βίας. Έτσι, η προειδοποίηση για «το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι» δεν έχει σκοπό να αποτρέψει, αλλά συνιστά πολεμικό σήμα: ο πόλεμος έρχεται, οπότε το ζητούμενο είναι με ποιους όρους θα τον δεχθούν οι κοινωνίες.

Είναι φανερό, ότι όταν τέτοιες διατυπώσεις δεν προέρχονται από «ειδικούς», αλλά από κρατικούς αξιωματούχους, δεν αποσκοπούν στην ενημέρωση. Αποσκοπούν στην προσαρμογή μέσω του φόβου. Και ο φόβος ανοίγει τον δρόμο να υλοποιηθεί το πραγματικό πρόγραμμα: επανεξοπλισμοί, ειδικά ταμεία, πολεμική ετοιμότητα, στρατιωτική πειθαρχία της καθημερινότητας. Μια κοινωνική αναδιάταξη, όπου η ζωή ξαναγίνεται παράρτημα της «ασφάλειας».

Μέλη της φυλής Χερέρο στέκονται αλυσοδεμένοι στη Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική

Η βαρύτητα αυτής της διατύπωσης ενισχύεται, όταν εκφέρεται από το γερμανικό κράτος.

Ένα κράτος που, μέσα σε περίπου 155 χρόνια από την ανακήρυξή του το 1871, έχει εγγράψει στο ιστορικό του αποικιακές γενοκτονίες και την συμμετοχή του στις δύο παγκόσμιες ανθρωποσφαγές. Η πρώτη μαζική σφαγή του 20ού αιώνα, πραγματοποιήθηκε στη Ναμίμπια της Αφρικής από το 1904 έως το1908 από τη γερμανική αποικιοκρατική δύναμη. Χιλιάδες οδηγήθηκαν στον σφαγιασμό ενώ πάρα πολλοί ακόμη ιθαγενείς πέθαναν από ασιτία, δίψα, καταναγκαστικά έργα, βασανιστήρια, πορείες θανάτου και άλλες στερήσεις, που υπέστησαν κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας τους. Όπως τονίζει ο γερμανός ιστορικός Jürgen Zimmerer, «Η γενοκτονία των Χερέρο και Νάμα (1904–1908) δεν αποτελεί παρέκκλιση της γερμανικής ιστορίας, αλλά πρόδρομο εργαστήριο πρακτικών μαζικής εξόντωσης και φυλετικής ιεράρχησης που αργότερα θα επανεμφανιστούν στην Ευρώπη3

Η μετάβαση από την «ειρήνη» στον πόλεμο δεν πραγματοποιείται ποτέ ως στιγμιαίο άλμα. Προηγείται πάντα μια περίοδος γλωσσικής εξοικείωσης, ιδεολογικής προετοιμασίας και κοινωνικής πειθάρχησης. Η προπαγάνδα προηγείται της χρήσης των όπλων.

Η εξασφάλιση της κοινωνικής αποδοχής προηγείται της ωμής στρατιωτικής βίας.

Η συγκεκριμένη πολεμική ρητορική εκφέρεται από έναν αξιωματούχο ενός κράτους που χρησιμοποίησε τις επιστήμες ταξινόμησης ανθρώπων, ενέταξε την ευγονική σε διοικητική λογική και δοκίμασε πάνω σε αποικιοκρατούμενα σώματα μεθόδους, που αργότερα επέστρεψαν στην Ευρώπη με διαφορετικό όνομα, αλλά με τον ίδιο πυρήνα. Οι ναζί, φυσικά, δεν επινόησαν τα πάντα. Όπως, εύστοχα, παρατηρεί η Hannah Arendt στο έργο της οι Ρίζες του Ολοκληρωτισμού, «Ο ναζισμός δεν γεννήθηκε στο κενό· πάτησε πάνω σε ήδη υπάρχοντα αποικιακά, διοικητικά και επιστημονικά πρότυπα βίας.» Όταν, λοιπόν, οι μηχανισμοί εξουσίας διακηρύσσουν το τέλος της «ειρήνης», δεν ενδιαφέρονται για τις ζωές που ζητούν να «θυσιαστούν». Ενδιαφέρονται. για το πώς θα θωρακίσουν τη λειτουργία τους, πώς θα εξασφαλίσουν την κοινωνική ανοχή, πώς θα βαφτίσουν τις επιλογές και τα συμφέροντα τους κοινωνική αναγκαιότητα. Στις ευρωπαϊκές συνόδους, στα κοινά προγράμματα παραγωγής πολεμικού υλικού και στις διακηρύξεις περί «ετοιμότητας», η κατεύθυνση είναι σαφής: περισσότερα όπλα, περισσότερη πειθαρχία, μεγαλύτερες στερήσεις για τους πολλούς και μεγαλύτερη συγκέντρωση ισχύος για τους λίγους.

Εννοείται ότι τα μικρότερα κράτη δεν είναι εξαίρεση, αλλά κρίκοι στην κυριαρχική αλυσίδα.

Δεν χωρά αμφιβολία, ότι «Η Ευρώπη επανεξοπλίζεται όχι για να προστατεύσει τους ανθρώπους της, αλλά για να θωρακίσει τα συμφέροντα των κυρίαρχων μπλοκ ισχύος4 Τα εργοστάσια όπλων στην Ευρώπη, τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της παγκόσμιας σύρραξης που μαίνεται σε ουκρανικό έδαφος και όχι μόνον, επεκτείνονται με ρυθμό τρεις φορές μεγαλύτερο από το παρελθόν, με πάνω από 7 εκατομμύρια τετραγωνικά μέτρα νέας βιομηχανικής ανάπτυξης, σε μια κίνηση την οποία οι Financial Times χαρακτηρίζουν επανεξοπλισμό ιστορικών διαστάσεων. Τα καινούργια δεδομένα καταδεικνύουν, ότι η πολυδιαφημισμένη αναγέννηση της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας –που υποστηρίζεται από δημόσιες επιδοτήσεις– αρχίζει να υλοποιείται όχι μόνο με υποσχέσεις και δηλώσεις, αλλά με συγκεκριμένα έργα από μπετόν και χάλυβα.

Πριν την συγκρότηση γερμανικού κράτους

Πριν υπάρξει η «Γερμανία» που γνωρίζουμε, υπήρχε ένας χώρος τεμαχισμένος, στρατιωτικοποιημένος και βίαιος. Ο «γερμανικός» χώρος του 18ου και 19ου αιώνα αποτελούσε ένα μωσαϊκό πριγκιπάτων, βασιλείων και δουκάτων, όπου η εξουσία λειτουργούσε ήδη μέσω στρατών, πειθαρχίας και καταναγκασμού. Η απουσία ενιαίου κράτους δεν σήμαινε απουσία εξουσίας: σήμαινε πολλαπλασιασμό της βίας.

Η Πρωσία, πριν ακόμη αναλάβει τον ρόλο του ενοποιητή, είχε συγκροτήσει έναν από τους πιο πειθαρχημένους στρατιωτικούς μηχανισμούς της Ευρώπης: «Η πρωσική κοινωνία δεν οργανώθηκε γύρω από δικαιώματα ή θεσμούς, αλλά γύρω από τον στρατό. Η υπακοή δεν επιβαλλόταν από νόμους, αλλά από τη στρατιωτική καθημερινότητα5

Η κρατική βία δεν ήταν αποτέλεσμα αποτυχίας, αλλά βασική προϋπόθεση της κρατικής συγκρότησης. Αντίθετα, όπου δεν υπήρχε ενιαίος μηχανισμός επιβολής, υπήρχε «κρίση» κυριαρχίας σχετικά με το πώς συγκεντρώνεται η εξουσία, πώς πειθαρχείται ο χώρος, πώς μετατρέπεται η πολυπλοκότητα του κοινωνικού χώρου σε ελέγξιμο σύνολο: «Το γερμανικό κράτος δεν γεννήθηκε από κοινωνική ανάγκη, αλλά από στρατιωτική επιβολή. Η ενότητα δεν ήταν στόχος· ήταν αποτέλεσμα βίας6

Όταν η εξουσία δεν μπορεί να σταθεροποιηθεί χωρίς τριβές, σταθεροποιείται με πόλεμο. Έτσι, «Η ενοποίηση της Γερμανίας δεν υπήρξε ιστορική πρόοδος, αλλά στρατιωτική λύση σε κρίση εξουσίας.»Θα υπενθυμίσουμε ότι από αναρχικής σκοπιάς δεν υφίστανται «καλά» και «κακά» κράτη, αλλά η εξουσία ως κρατική συγκρότηση, ως μηχανισμός συγκέντρωσης και άσκησης βίας για την πειθάρχηση και την υποταγή. Όπως τονίζει ο Michel Foucault, «Το κράτος δεν εξανθρωπίζει τη βία. Τη συγκεντρώνει, τη νομιμοποιεί και την καθιστά απρόσωπη.»8

Όσο για την γερμανική περίπτωση, φυσικά, δεν αποτελεί εξαίρεση από τον κανόνα.

Μπίσμαρκ: «Αίμα και Σίδηρος»

Όπως είδαμε, το γερμανικό κράτος δεν συγκροτήθηκε ως απάντηση σε μια κοινωνική απαίτηση ούτε ως προϊόν «ωρίμανσης», αλλά ως «λύση» επιβολής σε έναν ευρύτερο γεωγραφικό και κοινωνικό χώρο, που δεν μπορούσε να ενοποιηθεί «ειρηνικά». Εκφραστής αυτής της «λύσης» ήταν ο Otto von Bismarck. Ο Bismarck, πρωθυπουργός της Πρωσίας από το 1862 και πρώτος καγκελάριος του Ράιχ από το 1871, δεν υπήρξε θεωρητικός της ενότητας, αλλά θιασώτης της ωμής και απροκάλυπτης βίας. Το δόγμα του δεν διατυπώθηκε με υπαινιγμούς και υπεκφυγές: όχι λόγια, όχι κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες, αλλά «αίμα και σίδηρος». Όπως διακήρυσσε ο ιδρυτής της γερμανικής αυτοκρατορίας στην περίφημη ομιλία του στο Κοινοβούλιο το 1862, «Τα μεγάλα ζητήματα της εποχής δεν θα κριθούν με λόγους και αποφάσεις πλειοψηφίας, αλλά με αίμα και σίδηρο9

Οι πόλεμοι που οδήγησαν στην ενοποίηση ήταν κλιμακωτοί και στοχευμένοι: Δανία (1864), Αυστρία (1866), Γαλλία (1870-1871). Κάθε πόλεμος παρόπλιζε έναν αντίπαλο και ταυτόχρονα παρήγαγε εσωτερική πειθαρχία. Όπως επίσης τονίζει και ο γερμανός ιστορικός Hans-Ulrich Wehler, «Η ενοποίηση της Γερμανίας δεν ήταν αποτέλεσμα εθνικής αφύπνισης, αλλά προϊόν κρατικής επιβολής και στρατιωτικής αναγκαιότητας10 Η ανακήρυξη του Ράιχ σφράγισε αυτή τη λογική, καθώς δεν πραγματοποιήθηκε σε γερμανική πόλη, αλλά στις Βερσαλλίες, στο παλάτι του ηττημένου εχθρού. Το κράτος συγκροτήθηκε ως τρόπαιο πολέμου, σύμφωνα με την σχετική κρατική διακήρυξη, καθώς, όπως τονίζει Eric Hobsbawm, «Η Γερμανική Αυτοκρατορία γεννήθηκε στις Βερσαλλίες: η ενότητα σφραγίστηκε ως προϊόν πολέμου11

Από την πρώτη στιγμή, το κράτος ταύτισε την ενότητα με την υπακοή, ενώ πυρήνα του αποτέλεσαν ο στρατός, η διοίκηση και η γραφειοκρατία. Όπως εξηγεί ο γερμανός ιστορικός Hagen Schulze ,«Το Ράιχ δεν υπήρξε ποτέ κράτος πολιτών, αλλά κράτος υπηκόων12

Αποικιοκρατία, γενοκτονίες, πειράματα: εκεί που δοκιμάστηκε η μέθοδος

Η γερμανική κρατική βία δεν περίμενε τους παγκόσμιους πολέμους για να αποκτήσει μορφή. Δοκιμάστηκε νωρίτερα, μακριά από τον ευρωπαϊκό χώρο, εκεί όπου η εξουσία μπορούσε να λειτουργεί χωρίς προσχήματα και χωρίς εσωτερικό πολιτικό κόστος. Η αποικιοκρατία δεν ήταν «παρένθεση», αποτέλεσε εργαστήριο.

Όπως προαναφέρθηκε, στη Γερμανική Νοτιοδυτική Αφρική, στις αρχές του 20ού αιώνα εφαρμόστηκε η λογική της πρωσικής πειθαρχίας: συλλογική τιμωρία, εκτοπισμός, εξόντωση μέσω πείνας, στρατόπεδα συγκέντρωσης. Η γενοκτονία των Χερέρο και Νάμα (1904-1908) αποτέλεσε πεδίο δοκιμής. Όπως τονίζει η αμερικανίδα ιστορικός Isabel V. Hull, «Η εξόντωση των Χερέρο δεν υπήρξε αποτέλεσμα “εκτροπής”, αλλά συνειδητή κρατική απόφαση13 Εκεί εμφανίζονται μορφές που αργότερα θα επιστρέψουν στην Ευρώπη, στρατόπεδα, αριθμημένη εργασία, ιατρική επιτήρηση, μαζικός θάνατος χωρίς ατομική αναγνώριση. Ο άνθρωπος γίνεται υλικό προς διαχείριση.

Την ίδια άποψη διατυπώνει και ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman, γράφοντας ότι «Τα αποικιακά στρατόπεδα υπήρξαν πρόπλασμα των ευρωπαϊκών στρατοπέδων εξόντωσης.»14

Επιστήμονες κάθε ειδικότητας, ανθρωπολόγοι, γιατροί και βιολόγοι χρησιμοποίησαν τα σώματα των αποικιοκρατούμενων ως πειραματικό πεδίο με μετρήσεις, ταξινομήσεις και φυλετικές ιεραρχήσεις και παρουσιάστηκαν ως ρυθμιστές των νέων αξιών, ηθικών και πολιτισμικών. Κατασκεύασαν ένα λεξιλόγιο ανωτερότητας, που αργότερα θα γίνει ένα κρατικό ευαγγέλιο. Ο ευγονισμός δεν παρουσιάστηκε ως βαρβαρότητα, αλλά ως ορθολογισμός και διοικητική πρακτική. Η εξόντωση ξεκινά όταν ο άνθρωπος παύει να είναι πρόσωπο και γίνεται κατηγορία: «Η εξόντωση ξεκινά όταν ο άνθρωπος παύει να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο και μετατρέπεται σε ταξινομικό δεδομένο15 Οι ναζί δεν επινόησαν τη μέθοδο. Μ’ άλλα λόγια, «Ο ναζισμός υπήρξε η αποικιοκρατία στραμμένη προς τα μέσα16

Αυτό που άλλαξε δεν ήταν η ωμότητα της βίας, ούτε η επιστημονική μέθοδος, αλλά η κλίμακα και η εγγύτητα. Στην περίοδο του μεσοπολέμου ο Αμερικανός ιστορικός και συγγραφέας Lothrop Stoddard, στο βιβλίο του The Rising Tide of Color που δημοσιεύθηκε το 1920, υποστήριξε ότι οι φυλετικές ομάδες, που θεωρούσε κατώτερες, θα προκαλούσαν την «καταστροφή» της δυτικής και ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς. Τις τρεις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα τα ευγονικά κινήματα γνωρίζουν μεγάλη άνθηση στην Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική κ.α.. Ευγονικές εταιρείες και προγράμματα κοινωνικής «υγιεινής» άνθησαν στην Κεντρική Νοτιοανατολική Ευρώπη, πρώτα στην Πράγα και τη Βιέννη το 1913 και μετά στη Βουδαπέστη το 1914 και την Πολωνία το 1917, ενώ ο  φυλετικός εθνικισμός έγινε κανόνας σε αρκετά από τα παραπάνω κράτη.

 Δεν ήταν λίγοι, λοιπόν, όσοι εκκόλαψαν το «αυγό του φιδιού». Ή μήπως όχι;

Δύο παγκόσμιες ανθρωποσφαγές

Η Γερμανία δεν «παρασύρθηκε» τυχαία σε δύο παγκόσμιους πολέμους, αντίθετα οι πόλεμοι αυτοί συνδέονται με ένα κράτος δομημένο ως μηχανή πειθαρχίας, και επέκτασης της μαζικής βίας.

Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε η πρώτη πλήρης εφαρμογή της κρατικά οργανωμένης, βιομηχανικής σφαγής, καθώς για πρώτη φορά τα κράτη που συμμετείχαν κινητοποίησαν ολόκληρη την κοινωνία ως υλικό μάχης: «Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε πόλεμος μαζικής κινητοποίησης όπου ολόκληρη η κοινωνία έγινε αναλώσιμο υλικό17

Λέγεται, συχνά, ότι οι όροι που επιβλήθηκαν στο γερμανικό κράτος μετά το 1918 ταπείνωσαν τον γερμανικό λαό. Όμως όταν ένα κράτος έχει προκαλέσει –μέσω συγκεκριμένων πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών ελίτ, και όχι μέσω του συνόλου της κοινωνίας– έναν πόλεμο που εξελίχθηκε σε κρατικά οργανωμένη, βιομηχανική σφαγή και στη συνέχεια κυρίως τα μεσαία κοινωνικά στρώματα προσλαμβάνουν τους επιβληθέντες όρους της ήττας –εδαφικές απώλειες, αυστηρούς στρατιωτικούς περιορισμούς, βαριές πολεμικές αποζημιώσεις και καθεστώς διεθνούς επιτήρησης– πρωτίστως ως εθνική και θρησκευτική ταπείνωση, τότε δεν πρόκειται, απλώς, για αίσθημα αδικίας, αλλά για μερική ταύτιση με την πολεμική μηχανή, που είχε ήδη συμβάλει στον θάνατο περίπου 10 εκατομμυρίων ανθρώπων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πρόκειται για μια ταύτιση που δεν εξαφανίζει την ευθύνη, αλλά τη μετασχηματίζει σε πολιτικό αίτημα αποκατάστασης μέσω ισχύος – και ακριβώς μέσα σε αυτό το ρήγμα μεταξύ ήττας και ευθύνης θα βρει έδαφος η επόμενη, ακόμη πιο καταστροφική, ιστορική συνέχεια.

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι οι Ναζί ήταν οι πρώτοι, ως κόμμα, που τοποθετήθηκαν με επιτυχία ως ένθερμοι εθνικιστές υπερασπιστές υπέρ της αγροτικής μεσαίας τάξης, η οποία ένιωθε θύμα της νέας οικονομικής και πολιτικής τάξης και δυσαρεστημένη με το συγκριτικά ποικιλόμορφο, αριστερόστροφο Βερολίνο. Πολλοί Γερμανοί Προτεστάντες ένιωθαν δικό τους το παλιό καθεστώς, ένα ρητά προτεσταντικό κράτος για το οποίο εργάζονταν πολλοί, και όσοι εργάζονταν, αποκόμιζαν μεγάλο κύρος από την υπηρεσία τους στον Βασιλιά και τον Κάιζερ. Η νέα, μετά τον Α´ Παγκόσμιο Πόλεμο, δημοκρατία, αντίθετα, διαμορφώθηκε σε μεγάλο βαθμό από καθολικά και εργατικά σοσιαλιστικά κόμματα, δημιουργώντας ένα σύστημα στο οποίο οι προτεσταντικές μεσαίες τάξεις ένιωθαν άστεγες.

Η ήττα του 1918 δεν διέλυσε, φυσικά, τον κρατικό μηχανισμό, απλά τον αποδυνάμωσε για μικρό χρονικό διάστημα. Η Βαϊμάρη κληρονόμησε ένα κράτος που στελέχωναν στρατιωτικοί, δικαστές, δημόσιοι υπάλληλοι και στήριζαν οι βιομήχανοι. Ο ναζισμός εμφανίστηκε ως «λύση συνέχειας» και μάλιστα ελπιδοφόρα, όπως εξηγεί ο ιστορικός Ian Kershaw, «Ο Χίτλερ δεν κατέλαβε απλώς το κράτος: ένα μεγάλο μέρος του κρατικού μηχανισμού τον αναγνώρισε ως λύση18

Η επιστημονικά οργανωμένη εξολόθρευση των φυλετικά «κατώτερων», που έλαβε χώρα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης δεν εκτελέστηκε από «τέρατα», αλλά από υπάκουους λειτουργούς, μέσα από κανονικές διοικητικές διαδικασίες: «Το Ολοκαύτωμα δεν υπήρξε παρέκκλιση του πολέμου· υπήρξε κρατικό πρόγραμμα19

1945: ήττα χωρίς κάθαρση – διχοτόμηση, ψευδής παύση

«Η γενοκτονία εκτελέστηκε από “κανονικούς” ανθρώπους που έκαναν τη δουλειά τους20

Το 1945 δεν σήμανε την κατάρρευση των μηχανισμών που παρήγαγαν τη γερμανική κρατική βία, παρά την στρατιωτική ήττα. Οι διακηρύξεις για αποναζιστικοποίηση, αποστρατιωτικοποίηση και εκδημοκρατισμό εφαρμόστηκαν επιλεκτικά και εγκαταλείφθηκαν, όταν άλλαξαν οι διεθνείς ισορροπίες. Η προτεραιότητα δεν ήταν ο μετασχηματισμός της κοινωνίας, αλλά ο έλεγχος του χώρου.

«Η αποναζιστικοποίηση υπήρξε περιορισμένη και συχνά υποχώρησε μπροστά στη “λειτουργικότητα” του κράτους21 Η Βέρμαχτ διαλύθηκε τυπικά, τα στελέχη της όμως αξιοποιήθηκαν στην συνέχεια με κάθε τρόπο στον κρατικό μηχανισμό. Αξιωματικοί, τεχνικοί, διοικητικοί, δικαστές μετακινήθηκαν, αποσύρθηκαν προσωρινά και αξιοποιήθηκαν εκ νέου σε λειτουργικά πόστα. Το κράτος κράτησε τη μνήμη λειτουργίας του. Η κυβέρνηση του καγκελαρίου Κόνραντ Αντενάουερ προσέφερε μια υλική βάση για την αναβίωση της εθνικής αξιοπρέπειας, αλλά και μια έμμεση συμφωνία στους πρώην Ναζί: τον περιορισμό των διώξεων με αντάλλαγμα την πολιτική συμμόρφωση. Με την διχοτόμησή της η Γερμανία εντάχθηκε στην μεταπολεμική παγκόσμια τάξη, καθώς «Η μεταπολεμική Γερμανία δεν απελευθερώθηκε απλώς· εντάχθηκε σε νέο πλέγμα ισχύος22

Μ’ άλλα λόγια, οι νικητές του 1945 δεν λειτούργησαν ως φορείς κάθαρσης, όπως καμώνονταν μέσω των γνωστών διαδικασιών του Δικαστηρίου της Νυρεμβέργης. Λειτούργησαν πρώτιστα ως διαχειριστές της ισχύος που απολαμβάναν έναντι των ηττημένων. Με την έναρξη, όμως, του Ψυχρού Πολέμου, ο πρώην εχθρός έγινε χρήσιμος. Και τότε η μνήμη έγινε άβολη. «Η μεταπολεμική δικαιοσύνη τιμώρησε κυρίως πρόσωπα, αφήνοντας δομές και συνέχειες ανέπαφες.»23

Η τεχνογνωσία που χρησιμοποιήθηκε για τις ναζιστικές θηριωδίες δεν απορρίφθηκε, αλλά αφομοιώθηκε, ενώ πρώην ναζί αποδείχθηκαν χρήσιμοι, αλλάζοντας, απλά, στρατόπεδο. Οι υποτυπώδεις δίκες υπήρξαν σε γενικές γραμμές τελετουργικές, ενώ η ίδρυση της Bundeswehr και η ένταξη της Δυτικής Γερμανίας στο ΝΑΤΟ (1955) δεν ήταν μόνον η «επιστροφή», αλλά και η θεσμική ακύρωση της μεταπολεμικής τιμωρίας: «Ο επανεξοπλισμός και η ένταξη στο ΝΑΤΟ σήμαναν στρατηγική αποκατάσταση της Δυτικής Γερμανίας μέσα στη νέα τάξη24

Πόλεμος ως κανονικότητα: επανεξοπλισμός και κοινωνική πειθάρχηση

Ο σημερινός «ασταθής» κόσμος παρουσιάζεται, όπως είδαμε, ως μια «απόκλιση» από μια ειρηνική μεταπολεμική κανονικότητα ανάμεσα στις μεγάλες δυνάμεις, που καθιέρωσαν κανόνες και νόμους, διευκόλυναν το ανοικτό παγκόσμιο εμπόριο, την διεθνή ναυσιπλοΐα και υπεράσπισαν τους στενούς τους συμμάχους. Τα ευρωπαϊκά κράτη επανέρχονται στη διαχείριση «κρίσεων» στον ευρωπαϊκό χώρο μέσω της στρατιωτικής βίας. Από τα μέσα του εικοστού αιώνα, η δυναμική της ισχύος και το σύστημα συμμαχιών, που αποτελούσαν την μεταπολεμική παγκόσμια τάξη, παρείχαν υποτίθεται έναν ισχυρό έλεγχο στις εκστρατείες για την κατάκτηση και την απόκτηση εδαφών. Εν ολίγοις οι διεθνείς και απροσχημάτιστες αρπαγές γης επιστρέφουν στο τραπέζι, μαζί με τις απειλές εδαφικής κατάκτησης.

Το σφαγείο της Ουκρανίας λειτουργεί παραδειγματικά, εκτοπίσεις πληθυσμού, στρατεύσεις γενεών, μόνιμη «έκτακτη ανάγκη», δοκιμές νέων όπλων και για μια ακόμη φορά, «Ο σύγχρονος πόλεμος δεν στοχεύει μόνο στον αντίπαλο· στοχεύει στη διάλυση της κοινωνίας που τον υφίσταται25 Παράλληλα, η καταστροφή γίνεται οικονομικό προσχέδιο με δάνεια, ανοικοδομήσεις, ιδιωτικοποιήσεις, μελλοντικές επενδύσεις, ενώ η «Η αξία της ανθρώπινης ζωής, στη διεθνή τάξη, κρίνεται από τον καταμερισμό ισχύος26 Θα επαναλάβουμε, ότι ο επανεξοπλισμός της Ευρώπης δεν αφορά ένα αμιγώς στρατιωτικό ζήτημα, αφορά, επίσης, τη μετατροπή κοινωνιών σε υποστηρικτικούς μηχανισμούς πολέμου: «Όταν η οικονομία οργανώνεται γύρω από την ασφάλεια, η κοινωνία οργανώνεται γύρω από τον φόβο27

Κοινωνίες σε καθεστώς πολέμου χωρίς πόλεμο: πειθάρχηση, σιωπή, συνενοχή

«Η εξουσία δεν χρειάζεται πάντα καταστολή· όταν ο φόβος εσωτερικευθεί, η πειθαρχία γίνεται αυθόρμητη28

Ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ξεκίνησε μια συστηματική ανάπτυξη της έννοιας «Δυτικός τρόπος πολέμου», με σκοπό να αναδειχθούν στοιχεία συνέχειας στον τρόπο οργάνωσης των κοινωνιών, στα ιδιαίτερα ιδεολογικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά των πολεμιστών και σε ειδικούς τρόπους χρησιμοποίησης της τεχνολογίας του πολέμου. Ακολούθησε η κήρυξη της παγκόσμιας «αντι-τρομοκρατικής» εκστρατείας μ’ αφορμή τις επιθέσεις της 11ης Σεπτέμβρη το 2001, ενώ θα ήταν σοβαρή παράλειψη η μη αναφορά της κήρυξης ενός παγκόσμιου πολέμου ενάντια σ’ ένα «αόρατο εχθρό» την περίοδο εμφάνισης του Covid-19 και των απαγορευτικών μέτρων που επιβλήθηκαν παγκόσμια, με τον απροκάλυπτο ολοκληρωτικό χαρακτήρα που έλαβαν.

Η τωρινή λεγόμενη δημόσια συζήτηση που αφορά τον επανεξοπλισμό των ευρωπαϊκών κρατών διεξάγεται μ’ αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία, μια πολεμική σύρραξη που λαμβάνει χώρα σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο σε πλήρη μετάβαση και εδράζεται στην «αναγκαιότητα» του επανασχεδιασμού του ευρωπαϊκού μοντέλου ασφάλειας. Πρόκειται, ουσιαστικά, για έναν εξουσιαστικό μονόλογο για τα νέα στρατιωτικά δόγματα, τα τεχνικά ζητήματα που αφορούν την πολεμική οικονομία, τα διαθέσιμα οικονομικά κονδύλια, την αντιστοίχιση με τα ποσοστά του ΑΕΠ, τα οπλικά συστήματα που θα αποκτηθούν, την αναθεώρηση των στρατιωτικών νομοθεσιών κοκ.

Συγκεκριμένα, τα κράτη της ΕΕ ανακοίνωσαν μέσα στο 2025 το εξοπλιστικό πρόγραμμα ReArm Europe, ύψους 800 δις ευρώ, μέχρι το 2030. Το ουσιώδες, βέβαια, εξαφανίζεται: ποιος αποφασίζει, ποιος πληρώνει, ποιος πεθαίνει. Οι μνήμες των πολέμων απονευρώνονται: «Η ιστορική μνήμη γίνεται ακίνδυνη όταν αποσπάται από το παρόν29 Τα ΜΜΕ λειτουργούν συστηματικά ως μηχανισμοί εξοικείωσης με την πολεμική συνθήκη που κατασκευάζεται βήμα-βήμα, προβάλλοντας συνεχώς μια κατάσταση ανησυχίας, που δικαιολογεί τις πολεμικές προετοιμασίες και σηματοδοτεί το οριστικό τέλος της «κανονικότητας». Στην γλώσσα της εξουσίας οι λέξεις αποστειρώνονται: «νέα πραγματικότητα», «ανθρώπινες απώλειες», «ανθεκτικότητα», «μακροχρόνια πολεμική συνθήκη», «εθνικός κίνδυνος» κοκ. Οι εξουσιαστές γνωρίζουν ότι δεν είναι εύκολη για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις η κινητοποίηση της λεγόμενης κοινής γνώμης για κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Για τον λόγο αυτό οι  κοινωνικές αντιδράσεις εμφανίζονται ως παράλογες ή και εθνικά επικίνδυνες. Ενδεικτικές είναι οι δηλώσεις του Φαμπιέν Μαντόν, αρχηγού του Γενικού Επιτελείου Άμυνας, ο όποιος τον περασμένο Νοέμβριο προειδοποίησε ότι, «Εάν η χώρα μας παραπαίει, επειδή δεν είναι έτοιμη να αποδεχτεί ότι μπορεί να χάσει τα παιδιά της ή ότι μπορεί να υποφέρουν οικονομικά, επειδή θα δοθεί προτεραιότητα στην αμυντική παραγωγή, τότε διατρέχουμε κίνδυνο».

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, λοιπόν, καλούνται με το «καλό» ή με το «άγριο» να προσαρμοστούν, να εσωτερικεύσουν το κρατικό αφήγημα, να παραιτηθούν από κάθε ιδέα αμφισβήτησης, καθώς «Η μεγαλύτερη επιτυχία της εξουσίας είναι όταν η αντίσταση μοιάζει αδιανόητη30

Μέρος της πολεμικής προετοιμασίας αποτελεί η εκπαίδευση των κοινωνιών, καταρχήν στην σιωπή, κατόπιν το ζητούμενο είναι η έξοδός τους από την «ουδετερότητα» στην ενεργητική υποστήριξη μιας παρατεταμένης πολεμικής συνθήκης. Οι κυρίαρχοι χρειάζονται χρόνο και επιπλέον «έδαφος», όχι στο πεδίο των θεσμών και των επιτελείων αλλά εκείνο το «έδαφος» που απαιτούν να τους παραχωρήσει ο κοινωνικός χώρος για να προχωρήσουν στους σχεδιασμούς τους. Ως εκ τούτου, η κοινωνική παθητικότητα δεν είναι ουδέτερη, δεν ήταν πότε και θα καταστεί ποτέ ουδέτερη, γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει κανενός είδους αθωότητα στην παθητική προσαρμογή. Δεν υπάρχει ουδετερότητα στο «δεν γίνεται αλλιώς». Κάθε αποδοχή της στρατιωτικοποίησης ως παρεπόμενο ενός «ρεαλισμού» παραχωρεί χώρο. Κάθε σιωπή διευκολύνει την κρατική βία.

Το «τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι» δεν είναι προφητεία. Είναι εργαλείο. Δεν περιγράφει ένα ζοφερό  μέλλον, σκοπεύει να το καταστήσει αναπόδραστο, ερήμην κοινωνιών φοβισμένων και εκπαιδευμένων να αντέχουν, αντί να συγκρούονται.

Αν υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο από το κράτος που προετοιμάζει τον πόλεμο, είναι η κοινωνία που μαθαίνει να ζει μαζί του. Γιατί τότε ο πόλεμος έχει ήδη γίνει κανονικότητα.

Και εκεί τελειώνουν τα άλλοθι. Για όλους.

Παραπομπές – Πηγές

(1)Συνέντευξη/δηλώσεις Μπόρις Πιστόριους για χρονικό ορίζοντα ρωσικής απειλής και «τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι», Frankfurter Allgemeine Zeitung (αναφορά στο ερώτημα περί επίθεσης σε ΝΑΤΟ).

(2) Mark Mazower, Σκοτεινή Ήπειρος – Η Ευρώπη του 20ού αιώνα (ελληνική έκδοση), αναφορές στο 1914 και στην «τελευταία ειρηνική» αίσθηση πριν την κατάρρευση.
(3) Jürgen Zimmerer, μελέτες για Χερέρο και Νάμα και τη θέση τους στη γερμανική ιστορική συνέχεια.
(4) David Harvey, The New Imperialism (ιμπεριαλιστική αναδιάταξη/μπλοκ ισχύος και υλικές βάσεις).
(5) Hagen Schulze, Το γερμανικό έθνος (Πρωσία/πειθαρχία/στρατιωτική συγκρότηση).
(6) Hans-Ulrich Wehler, Η Γερμανική Αυτοκρατορία (κρατική συγκρότηση/ενοποίηση ως επιβολή).
(7) Sebastian Haffner, Ιστορία ενός Γερμανού (ιστορική ερμηνεία της ενοποίησης/πολιτικής κουλτούρας).
(8) Michel Foucault, Η κοινωνία πρέπει να αμυνθεί (κράτος/βία/πειθαρχία ως μορφή εξουσίας).

(9) Otto von Bismarck, ομιλία στο Πρωσικό Κοινοβούλιο (1862), το γνωστό απόσπασμα «Blut und Eisen» («Αίμα και Σίδηρος»).

(10) Hans-Ulrich Wehler, Η Γερμανική Αυτοκρατορία (ενοποίηση, πόλεμοι, κρατική επιβολή).
(11) Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων (ιστορικοί συμβολισμοί, εθνικισμοί, πόλεμοι/κράτος).
(12) Hagen Schulze, Το γερμανικό έθνος (Ράιχ/υπήκοοι/κρατική μορφή).

(13) Isabel V. Hull, έργα για γερμανική αποικιακή διοίκηση και στρατιωτική βία.
(14) Zygmunt Bauman, Νεωτερικότητα και Ολοκαύτωμα (μηχανισμοί/προτυπώσεις/νεωτερική διοικητική βία).

(15) Enzo Traverso, έργα για τη συνέχεια αποικιακής και ευρωπαϊκής βίας (νεωτερική ταξινόμηση/εχθροποίηση).
(16) Aimé Césaire, Λόγος για την αποικιοκρατία (η αποικιοκρατία ως «επιστροφή» εντός Ευρώπης).
(17) Eric Hobsbawm, Η εποχή των άκρων (μαζικοί πόλεμοι, ολοκληρωτική κινητοποίηση).
(18) Ian Kershaw, έργα για Χίτλερ/ναζιστικό κράτος (σχέση καθεστώτος και κρατικής συνέχειας/ελίτ).
(19) Saul Friedländer, Η ναζιστική Γερμανία και οι Εβραίοι (κρατικό πρόγραμμα εξόντωσης).
(20) Hannah Arendt, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ (η «κοινοτοπία» της διοικητικής βίας).
(21) Norbert Frei, έργα για αποναζιστικοποίηση και θεσμική συνέχεια.

(22) Tony Judt, Μετά τον πόλεμο – Μια ιστορία της Ευρώπης μετά το 1945 (διχοτόμηση/αναδιάταξη/Ψυχρός Πόλεμος).

(23) Πρακτικά/αναλύσεις Δικών Νυρεμβέργης (πρόσωπα vs δομές).

(24) Tony Judt, Μετά τον πόλεμο (Bundeswehr, επανένταξη, ΝΑΤΟ και μεταπολεμική στρατηγική αποκατάσταση).

(25) Mary Kaldor, New and Old Wars (πόλεμος που διαλύει κοινωνίες/υβριδικές μορφές).
(26) David Harvey, The New Imperialism (ιεραρχίες αξίας/ισχύος στο διεθνές σύστημα).
(27) Michel Foucault, Η κοινωνία πρέπει να αμυνθεί (ασφάλεια/φόβος/πειθαρχία ως καθεστώς).
(28) Zygmunt Bauman, δοκίμια για φόβο/κοινωνική υπακοή/νεωτερικότητα.

(29) Tony Judt, Μετά τον πόλεμο (μνήμη, μουσειοποίηση, μεταπολεμικές κουλτούρες).

(30) Michel Foucault, Η κοινωνία πρέπει να αμυνθεί (παραγωγή κανονικότητας/απονεύρωση αντίστασης).

Λούπους

Δημοσιεύθηκε στην ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ, φ.267, Φεβρουάριος 2026

by : tinakanoumegk


1.    Μια ανορθωτική πρόταση για την χώρα απαντά στο ερώτημα: πώς μπορείς να κινηθείς σε Ελληνικές ειδικές συνθήκες εξάρτησης, κομπραδόρικης «αστικής τάξης», μη παραγωγικών ολιγαρχιών και με πολιτικούς εκπροσώπους διαθέσιμους μεσιτείας.

2.    Η ανάγκη και η απάντηση ενός τέτοιου πολιτικού σχεδίου βασίζεται στην σχέση κοινωνίας και κυριαρχίας. Στην ανάγνωση των ανταγωνιστικών υποκειμένων και ανορθωτική προγραμματική πρόταση.

3.    Δεν θα υπήρχε η κρίση ως καθοριστική στιγμή κατολίσθησης, αν η χώρα διέθετε και ήταν οργανωμένη με σχέδιο οριζόντιων συστημάτων κοινωνικών, παραγωγικών, πολιτικών όλου του εθνικού χώρου. Εάν εδώ αναδεικνύονταν θέματα υψηλής πολιτικής έντασης απέναντι στον ενδοκρατικό συγκεντρωτισμό και την ευρύτερη γεωπολιτισμική συρρίκνωση.

4.    Η ανάγνωση μιας πολιτικής ανάγκης απεξαρτημένης από την κοινωνική δυναμική είναι ευχές και όνειρα. Η προσμονή του τέλειου, του ολοκληρωμένου, της ευτυχούς παρουσίας, ακόμα και όταν βλέπεις τον ορίζοντα χωρίς να κάνεις βήματα προς αυτόν, είναι λατρεία της υπάρχουσας κατάστασης ως πληρότητα. Η ψυχρότητα έχει ως πρόσχημα την αγνότητα, τελειότητα.

5.    Σήμερα τον Ελληνικό θεσμικό και πολιτικό παρασιτισμό πάνω στο εθνικό σώμα αμφισβητεί το δυναμικό κοινωνικό παρόν πολλών κινημάτων και με ιδιάζουσα ένταση το κίνημα των Τεμπών, που από αυτό γεννήθηκε και η εξαγγελία πολιτικού φορέα.  

6.    Το κίνημα των Τεμπών αναδιέταξε τα πολιτικά κέντρα βάρους, η ενεργός μετοχή έγινε νέα αποφασιστική στιγμή. Διέπραξε το άλμα επιβεβαίωσης ότι από το υπάρχον πολιτικό σύστημα δεν υπάρχει εναλλακτική και ότι μια κοινωνία και θεσμοί δικαίου, δημοκρατίας, παραγωγικής δυναμικής και λόγου ευθύνης δεν θα προέλθουν από botox του παρακμιακού παρόντος. Τα κινήματα αντιδιαφθοράς και επιστροφής της πολιτικής ως ευγενούς δημιουργίας έχουν πολιτική κεντρικότητα.

7.    Η ανάδειξη ενός φέροντα άξονα που διεκδικεί την πολιτική πρωτοβουλία ευρύτερης ενότητας δεν πρέπει να κριθεί από ερωταπαντήσεις σε ιδιαίτερα θέματα σχετικά με το πολιτικό σύστημα, αλλά από την θέση του ως πολεμικός προς το σύστημα. Αυτό για τον λόγο του τρόπου αυθόρμητης γέννησής του, που διαμορφώνεται ως συγκροτημένο υποκείμενο κατά τον βηματισμό του. Η πρόταση της Καρυστιανού, με επίκεντρο όσα έχει θεμελιώσει ως ουσιαστικά στοιχεία παρέμβασης, αποτελεί πρόκληση και πρόσκληση συζήτησης και ανάδειξης. Στην πολιτική, βέβαια δεν επιτρέπονται απροϋπόθετες ευπιστίες.

8.    Ο Ρούντι Ρινάλντι και η εφημερίδα του οφείλει να πλησιάσει και παραδώσει όλη την κινηματική του εμπειρία. Σε μια κατεύθυνση ενός νέου αυτοδιαχειριστικού υποκειμένου. Ζήσαμε ουσιαστικά με λόγους ονειρικούς και την απαίτηση άμεσων αλλαγών μόνο από καλές προθέσεις. Δεν έγινε τότε και δεν γίνεται τώρα δουλειά έτσι. Να επιστρέψουμε στους λόγους ουσίας, μικρών στέρεων βημάτων πρακτικής απόδοσης.  

Γρηγόρης Κλαδούχος – Ξυλόκαστρο – 23 Φεβρουαρίου 2026 

by : tinakanoumegk



ΑΠΟ ΤΗΝ Serap Gunes*
Η Ένωση Κοινοτήτων του Κουρδιστάν (KCK) εξέδωσε στις 22 Φεβρουαρίου μια λεπτομερή δήλωση στην οποία επικρίνει έντονα την τελική έκθεση που υιοθέτησε η κοινοβουλευτική «Επιτροπή Εθνικής Αλληλεγγύης, Αδελφοσύνης και Δημοκρατίας» της Τουρκίας, υποστηρίζοντας ότι το έγγραφο αναπαράγει τη δομική άρνηση του κουρδικού ζητήματος, παρά τη ρητορική του για εκδημοκρατισμό.
«Η έκθεση δεν αναφέρει το κουρδικό ζήτημα. Είναι αδύνατο να λυθεί ένα πρόβλημα χωρίς να το ονομάσουμε... Το να μιλάμε για κουρδοτουρκική αδελφοσύνη [χωρίς να ονομάζουμε το ζήτημα] δεν έχει καμία κοινωνική, πολιτιστική, πολιτική ή νομική αξία».
Η δήλωση εκδόθηκε τέσσερις ημέρες μετά την έγκριση της πολυαναμενόμενης έκθεσης από την επιτροπή, η οποία υποστηρίχθηκε από την συμμαχία του κυβερνώντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) και του Εθνικιστικού Κινήματος (MHP) και από το φιλοκουρδικό Κόμμα Ισότητας και Δημοκρατίας των Λαών (DEM). Τα αριστερά κόμματα, το Εργατικό Κόμμα της Τουρκίας (TİP) και το Εργατικό Κόμμα (EMEP), ψήφισαν κατά, ενώ ένα μέλος του κύριου κόμματος της αντιπολίτευσης, του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), απείχε.
Αν και το Κόμμα DEM ενέκρινε την έκθεση με διαφωνική γνώμη, η παρέμβαση του KCK πηγαίνει πιο μακριά, αμφισβητώντας όχι μόνο τη γλώσσα της έκθεσης αλλά και το υποκείμενο πολιτικό της πλαίσιο.
Το KCK διατύπωσε την απάντησή του ως μέρος μιας δεκαετούς διαδικασίας που ξεκίνησε ο Αμπντουλάχ Οτζαλάν, τον οποίο περιέγραψε ως τον κεντρικό πολιτικό παράγοντα σε οποιαδήποτε πραγματική επίλυση του κουρδικού ζητήματος. Επαναλαμβάνοντας τις μακροχρόνιες εκκλήσεις του Οτζαλάν για μια δημοκρατική και πολιτική λύση, η δήλωση τόνισε ότι η διάλυση του PKK και η απόφαση να τερματιστεί ο ένοπλος αγώνας στο 12ο Συνέδριο της οργάνωσης τον Μάιο του 2025 δημιούργησαν μια νέα φάση, στην οποία η ευθύνη για την εκπλήρωση των νομικών και πολιτικών υποχρεώσεων βαρύνει πλέον το κράτος.
«Προκειμένου να αποφευχθεί η χρήση του όρου «κουρδικό ζήτημα», χρησιμοποιείται επίμονα ο όρος «ζήτημα τρομοκρατίας»... Με την παράλειψη αναφοράς της κουρδικής ταυτότητας και του κουρδικού ζητήματος στην έκθεση, όλα συμπιέζονται στην κατηγορία της τρομοκρατίας και συνεχίζεται η παλιά αντίληψη και πολιτική».
Ωστόσο, η KCK υποστήριξε ότι η έκθεση της επιτροπής δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της στιγμής. Σύμφωνα με τη δήλωση, το πιο θεμελιώδες ελάττωμα είναι η σκόπιμη αποφυγή του όρου «κουρδικό ζήτημα» στην έκθεση. Ενώ το κείμενο επικαλείται επανειλημμένα τη δημοκρατικοποίηση και τα δικαιώματα, η KCK δήλωσε, ότι αρνείται να προσδιορίσει τη βασική αιτία της σύγκρουσης: την αιώνια άρνηση της ύπαρξης και των πολιτικών δικαιωμάτων των Κούρδων. Χωρίς να ονομάζεται το πρόβλημα, υποστήριξε η δήλωση, δεν είναι δυνατή καμία λύση.
Αντ' αυτού, η KCK επέκρινε την έκθεση για το γεγονός ότι πλαισιώνει το ζήτημα κυρίως μέσω της «τρομοκρατίας», παρά το ότι αναγνωρίζει σιωπηρά ότι η σύγκρουση πηγάζει από ανεπίλυτα κοινωνικά και πολιτικά παράπονα. Σύμφωνα με τη δήλωση, η έκθεση αναπαράγει μια παλιά κρατική πολιτική με τη γλώσσα της μεταρρύθμισης, υποτάσσοντας την κουρδική ταυτότητα και τα αιτήματά της σε μια κατηγορία ασφάλειας.
«Το να λες «αφήστε τα όπλα σας και γυρίστε σπίτια σας» είναι μια ταπεινωτική προσέγγιση. Τι περιμένουν να συμβεί μετά την κατάθεση των όπλων; ... Δεν έχει νόημα να λες «αφήστε τα όπλα σας και ελάτε» χωρίς να εξαλείψεις τους παράγοντες που δημιούργησαν το πρόβλημα».
Κεντρικό σημείο διαμάχης ήταν η προσέγγιση της έκθεσης όσον αφορά τον αφοπλισμό. Ενώ η επιτροπή δίνει έμφαση στην κατάθεση των όπλων και την επιστροφή στην Τουρκία, η KCK απέρριψε αυτό που χαρακτήρισε ως εξευτελιστική και πολιτικά κενή διατύπωση. «Δεν είμαστε απλά οποιαδήποτε άτομα», ανέφερε η δήλωση, προσθέτοντας ότι η παρουσίαση του ένοπλου αγώνα ως απλά «επιστροφή στο σπίτι» αγνοεί τις πολιτικές συνθήκες υπό τις οποίες θα πραγματοποιηθεί η δημοκρατική συμμετοχή.
Η KCK υποστήριξε ότι ο αφοπλισμός δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις εγγυήσεις για ελεύθερη δημοκρατική πολιτική, ελευθερία οργάνωσης και νομική προστασία της πολιτικής δραστηριότητας. Χωρίς τέτοιες εγγυήσεις, ανέφερε, οι εκκλήσεις για αποστράτευση ισοδυναμούν με απαιτήσεις για παράδοση και όχι με βήματα προς τη δημοκρατική ένταξη.
«Εάν η Τουρκία είναι σοβαρή και αποφασισμένη να ξεπεράσει όλα τα προβλήματά της... τότε πρέπει να αναγνωρίσει ανοιχτά τον ηγέτη του κουρδικού λαού Αμπντουλάχ Οτζαλάν ως ομόλογό της».
Η δήλωση έδωσε επίσης ιδιαίτερη έμφαση στο καθεστώς του Οτζαλάν, υποστηρίζοντας ότι η έλλειψη προόδου από την «Πρόσκληση για Ειρήνη και Δημοκρατική Κοινωνία» της 27ης Φεβρουαρίου 2025 οφείλεται στη συνεχιζόμενη απομόνωσή του και στην αδυναμία του να ενεργεί ελεύθερα. Περιγράφοντας τον Οτζαλάν ως τον κύριο αποδέκτη του έργου της επιτροπής, η KCK δήλωσε ότι το κράτος έχει ήδη αναγνωρίσει τον ρόλο του στην πράξη, αλλά αρνείται να τον αναγνωρίσει επίσημα.
Χωρίς να εξασφαλιστεί η ελευθερία του Οτζαλάν να επικοινωνεί, να οργανώνεται και να ασκεί πολιτική, προειδοποίησε η δήλωση, η αξιοπιστία της δέσμευσης του κράτους για μια ειρηνική λύση θα παραμείνει αμφισβητήσιμη.
«Γιατί να πάμε σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπως το σημερινό στην Τουρκία, όπου όσοι ασκούν δημοκρατική πολιτική και αγωνίζονται δημοκρατικά για τη λύση του κουρδικού ζητήματος θεωρούνται εγκληματίες και ρίχνονται στη φυλακή;»
Παρά τον αιχμηρό τόνο της, η KCK δεν απέρριψε κατηγορηματικά τη κοινοβουλευτική διαδικασία. Χαιρέτισε τη σύσταση της επιτροπής ως ιστορικό βήμα και αναγνώρισε τις προσδοκίες που δημιούργησε τόσο στο κουρδικό όσο και στο τουρκικό κοινό. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι χωρίς συγκεκριμένες νομικές μεταρρυθμίσεις, αναγνώριση της κουρδικής πολιτικής δράσης και σαφή δέσμευση για δημοκρατική ενσωμάτωση, η διαδικασία κινδυνεύει να καταλήξει σε άλλη μια πρωτοβουλία που θα παραμείνει σε αδιέξοδο.
(22 Φεβρουαρίου 2026)
*Serap Gunes
Η Serap Güneş είναι ανεξάρτητη μεταφράστρια και συγγραφέας με έδρα την Κωνσταντινούπολη. Είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στις Διεθνείς Σχέσεις και την Ευρωπαϊκή Πολιτική από το Πανεπιστήμιο Masaryk, όπου η έρευνά της επικεντρώθηκε στα δικαιώματα των μειονοτήτων και τις σχέσεις ΕΕ-Τουρκίας. Το έργο της έχει δημοσιευτεί τόσο σε ακαδημαϊκά περιοδικά όσο και σε ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης.
...
«Το KCK είναι ζωτικής σημασίας όχι μόνο για την επίλυση των προβλημάτων των Κούρδων, αλλά και των αραβικών, τουρκικών, ιρανικών, αφγανικών και καυκάσιων κοινωνιών και όλων των άλλων κοινοτήτων που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα».
Αμπντουλάχ Οτζαλάν
«Ο αγώνας των Κούρδων θα μπορούσε να γίνει πρότυπο για ένα παγκόσμιο κίνημα προς την κατεύθυνση της πραγματικής δημοκρατίας, της συνεργατικής οικονομίας και της σταδιακής διάλυσης του γραφειοκρατικού έθνους-κράτους».
Ντέιβιντ Γκρέιμπερ

by : tinakanoumegk

 

Vogliamo vincere. Come?

13 Febbraio 2026

«Vogliamo sbarazzarci di Trump, Milei, Macron. Vogliamo abolire l’ICE e i controlli sull’immigrazione ovunque. Fermare la violenza contro le donne. Fermare il crescente potere dei signori della guerra in tutto il mondo. Fermare i combustibili fossili. Ma sentiamo di essere spinti sempre più verso un abisso… Proprio in questo momento, dobbiamo alzare la posta…». Si apre così questo straordinario testo di John Holloway, che ancora una volta ci spinge a ripensare le nostre certezze e a osservare il mondo da una prospettiva capovolta. Il punto di partenza, dice, è che non sappiamo come fare ad alzare la posta. Fino ad alcuni fa avevamo una risposta: prendere il potere statale e cambiare la società da lì. Ma questa non si è rivelata affatto una risposta. Le forme sociali capitaliste non possono essere spezzate agendo attraverso le forme sociali capitaliste. «Possiamo fare un passo avanti rivolgendoci al concetto di “Non Ancora” di Ernst Bloch strettamente correlato alla nozione di un “comunismo di base”, così presente nell’opera di Graeber, Kropotkin e Öcalan…». Siamo intrappolati nel mondo del denaro, certo, ma questo mondo sopravvive perché esiste anche un mondo critico di sostegno reciproco, di condivisione e amore, di amicizia e solidarietà… È importante però non romanticizzare quel “comunismo di base”: può esistere solo come lotta, e ogni lotta è contraddittoria. Di certo «questo è un momento di grande sconvolgimento nel capitalismo e di grande fragilità – aggiunge Holloway – Lo spazio per miglioramenti riformisti si è ridotto… È il momento di traboccare, di dire “No, non si può continuare così”. È un momento davvero speciale…»

Foto di Leonora Marzullo

Vogliamo vincere. Dobbiamo vincere. Noi, i perdenti di sempre, vogliamo e dobbiamo vincere.

Cosa vogliamo vincere? Vogliamo vincere molte cose, una serie di lotte specifiche. Vogliamo sbarazzarci di Trump, Milei, Starmer, Macron. Vogliamo abolire l’ICE, abolire i controlli sull’immigrazione ovunque. Fermare la violenza contro le donne. Fermare il crescente potere dei signori della guerra in tutto il mondo. Fermare l’ascesa dell’estrema destra. Fermare i combustibili fossili e il riscaldamento globale. Fermare l’eliminazione del pensiero critico nelle università. Alcune cose le vinciamo, altre le perdiamo, e questo è importante. Nulla di ciò che dico deve essere inteso come una critica all’inevitabile particolarità delle lotte. Alcune di queste cose possono essere ottenute all’interno del capitalismo. Ma sappiamo che non basta. Non basta perché le aggressioni continuano ad arrivare. È bello vincere una battaglia, ma le pressioni continueranno ad arrivare. Viviamo in una società basata sulla costante intensificazione dell’aggressione del denaro contro la vita. E ci sentiamo intrappolati. Sentiamo di essere spinti sempre più verso un abisso, verso la catastrofe, se non addirittura verso l’estinzione. C’è un senso di urgenza, di fine partita, la fine dell’umanità.

Proprio in questo momento nel quale tutto peggiora, dobbiamo alzare la posta. Dobbiamo tornare alla rivoluzione. Resistenza sì, ribellione sì, naturalmente. Gli zapatisti hanno ragione a concentrarsi su resistenza e ribellione. Ma non dimentichiamo l’altra parola: rivoluzione. Follia. Uscite in strada dopo la fine di questa sessione e provate a immaginare una rivoluzione nella vostra città.

Follia, ma forse una follia necessaria. Questo discorso è un invito a unirvi a me nella mia follia.

Ci sentiamo intrappolati perché siamo intrappolati. Ogni società è un sistema di coesione o confluenza sociale, in cui esistono modelli consolidati di relazione reciproca. Nella società odierna, questi modelli sono plasmati soprattutto dal fatto che le nostre attività creative sono collegate tra loro attraverso lo scambio di merci, come sostiene Marx. Da lì, egli prosegue traendo le conseguenze di questa relazione fondamentale analizzando le forme a cui dà origine lo scambio di merci. La mercificazione porta allo sviluppo e al predominio del denaro, alla trasformazione dell’attività umana in lavoro astratto o alienato, alla disgregazione delle comunità e all’identificazione dell’individuo astratto, all’ascesa e al predominio del capitale che trae la sua ricchezza e il suo potere dallo sfruttamento del lavoro, e così via.

Questa società è caratterizzata da una straordinaria opacità, le relazioni sociali sono reificate. Il modo in cui ci relazioniamo gli uni con gli altri è congelato in certe forme sociali che appaiono separate ed eterne. Il capitalismo è labirintico, una concatenazione di forme che conducono l’una all’altra e ci rinchiudono in modelli consolidati di attività e riproduzione sociale. Una totalità di forme apparentemente separate, concentrate sull’obbligo di convertire le nostre vite in lavoro, una strana attività priva di qualsiasi significato se non quello di produrre profitto accumulabile da altri.

Queste forme – lavoro, denaro, Stato, capitale ecc. – stimolano una creatività senza precedenti, ma la creatività viene pervertita attraverso la forma denaro, con la sua insaziabile spinta al profitto, e produce enormi difficoltà e una profonda distruzione delle premesse della vita. Pensate a Internet, allo smartphone o all’intelligenza artificiale, straordinari prodotti della creatività umana ma, contenuti come sono nella spinta al profitto, non sono ciò che avrebbero potuto essere e lasciano una scia di sfruttamento, distorsione e distruzione.

Nell’analisi di Marx, l’attenzione non è sul chi o sul cosa, ma sul come. Come ci relazioniamo gli uni con gli altri? Come interagiamo gli uni con gli altri? Questo è forse il punto centrale di ciò che voglio dire. Ma il come esiste nella forma di un cosa indiscutibile. Il lavoro (lavoro astratto o alienato) è semplicemente una cosa che dobbiamo fare, piuttosto che una forma peculiare della nostra attività umana. Il denaro è una cosa che possediamo o non possediamo, piuttosto che un modo strano e disumanizzante di relazionarci con gli altri. La feticizzazione o reificazione è un processo di “cosa-ificazione”. È anche un processo di “chi-ificazione”. Lo scambio di merci scompone il “noi” comunitario in una serie di “io” astrattamente identificati: proprietari delle merci scambiate, senza storia, senza memoria, senza sogni.

Siamo contenuti nelle forme sociali dell’attuale sistema di coesione sociale. Queste sono forme che identificano e definiscono, che contengono la nostra attività all’interno di determinati modelli di comportamento. Possiamo tutti pensare a come le nostre attività oggi, in questo giorno, siano limitate dal lavoro, dal denaro, dal capitale e dallo Stato. Se queste sono forme di costrizione e contenimento, allora la rottura dell’attuale coesione sociale deve essere uno straripamento. Ma come? Come possiamo confrontare il “come” del contenimento con il “come” o i “come” dello straripamento per creare una coesione sociale diversa? Come possiamo confrontare le forme identificative del rapporto di capitale con il flusso anti-identitario della nuova creazione.

La rivoluzione è la sostituzione del modello consolidato di coesione sociale con un altro o altri, un mondo di molti mondi, come dicono gli zapatisti. Questo come-contro-come si esprimerà sicuramente a un certo punto come un chi contro chi: chiaramente coloro che beneficiano dell’attuale come della coesione sociale vorranno difenderlo, mentre coloro che ne soffrono di più sono quelli che probabilmente lotteranno per un cambiamento. Ma la cosa importante è che il come-contro-come non venga ridotto o oscurato da un chi-contro-chi. È il come-contro-come che plasma la nostra lotta e la nostra creazione di un mondo diverso.

La tradizione marxista, guidata da Lenin ed Engels, ha di fatto ridotto il come-contro-come a un chi-contro-chi, riassunto nella brillante e concisa frase di Lenin secondo cui il potere è una questione di chi-chi. Una frase favolosa dalle conseguenze disastrose. Il chi-chi è la lotta della classe operaia contro la classe capitalista, sia identificabile che identificata. Il come di una forma radicalmente nuova di coesione sociale viene messo in secondo piano. C’è una totale cecità sulla questione della forma nella rivoluzione russa, al punto che sia Evgeny Pashukanis che Izaak Rubin furono giustiziati per aver insistito sulla centralità della forma nell’opera di Marx. Il denaro, lo Stato e soprattutto il lavoro furono trattati nella pratica come caratteristiche astoriche di qualsiasi società.

Torniamo al punto di partenza. Siamo intrappolati in queste forme. Possiamo essere militanti quanto vogliamo, ma finché restiamo all’interno delle forme capitaliste, non facciamo nulla per fermare la riproduzione della dinamica di distruzione. Ci deve essere una via d’uscita! Ma come?

Non basta gridare o sognare. Facciamolo. Engels aveva ragione su questo. Nel suo L’evoluzione del socialismo, dall’utopia alla scienza, sosteneva che non bastava fantasticare, che dovevamo pensare scientificamente a come trasformare la società. Sognate pure, diceva, ma qual è la base materiale della vostra speranza?

La versione del socialismo scientifico di Engels e Lenin non ha funzionato, non ha prodotto le società che coloro che vissero e morirono nella lotta avevano sperato, ma esattamente il contrario. Ha prodotto società orribili che non avevano e non hanno nulla a che fare con l’autodeterminazione della nostra attività vitale. Ma il loro fallimento ci ha lasciato una domanda: come, come diavolo possiamo realizzare una trasformazione radicale del modello di coesione sociale?

La risposta è ovvia: non lo sappiamo.

È importante dirlo, non solo perché è vero. Cinquanta o sessant’anni fa avevamo la risposta: prendere il potere statale e cambiare la società da lì. Ma questa non si è rivelata affatto una risposta. Le forme sociali capitaliste non possono essere spezzate agendo attraverso le forme sociali capitaliste. Come abbiamo visto, i tentativi di infrangere il dominio del denaro e del capitale attraverso lo Stato sono falliti completamente.

Ma è anche molto importante dire che non conosciamo la risposta, perché il non sapere è parte della risposta. Se lo sappiamo, allora lo diciamo ad altri e riproduciamo un discorso monologico di autorità che riproduce lo stile della società che vogliamo trascendere. Se diciamo di non sapere, entriamo immediatamente in una politica di dialogo. Il nostro “non lo so” è un “Questo è quello che penso, ma non ne sono sicuro, cosa ne pensi tu?”, che rompe già con la grammatica gerarchica della società esistente ed entra nell’incerta anti-grammatica della società che vogliamo creare e che stiamo creando.

Spero che questo discorso possa essere inteso in questo modo, come un “Non lo so, questo è tutto quello che so, puoi portarci oltre?”.

La risposta ortodossa della classe operaia forte e organizzata non ha funzionato. Questo, almeno in parte, perché è stata intesa sulla base di un concetto definitorio e identitario della classe operaia. Lo stesso si può dire dell’idea che lo sviluppo delle forze produttive porterebbe al collasso dei rapporti di produzione: ciò ignora che lo sviluppo delle forze produttive si sviluppa conflittualmente dentro e contro i rapporti di produzione in ogni momento del loro sviluppo. In entrambi i casi, si presuppone un’esternalità che non può esistere nella pratica: non può esserci un’esternalità completa tra due momenti di un’unica coesione sociale.

Vorrei suggerire – e questo è in realtà il mio secondo punto fondamentale – che possiamo fare un passo avanti rivolgendoci al concetto di “Non Ancora” di Ernst Bloch. La sua tesi è che il mondo che non esiste ancora ma potrebbe esistere, esiste già. Esiste come “Non Ancora”, come anticipazione presente, come spinta contro e oltre, come inadeguatezza, come sogno, come ribellione.

Nel suo grande libro, Il Principio Speranza, egli traccia la presenza e la forza di questo Non Ancora, questa spinta verso un mondo diverso, nelle fiabe, nella danza, nell’architettura, nella musica, nella teoria politica, nella religione, tra gli altri campi. La conclusione è che, con la scoperta da parte di Marx del potenziale della classe operaia, la spinta costante del Non Ancora diventa una forza pratica per trasformare il mondo. Marx non mette in discussione il significato della classe operaia, ma il suo canto al potere del Non Ancora in così tanti aspetti diversi della vita, come una forza che spinge costantemente contro ciò che è, apre un modo diverso di pensare alle basi materiali della nostra speranza rivoluzionaria. La possibilità di trasformare radicalmente il mondo dipende dalla forza del Non Ancora, del malcontento, del non-conformismo e della creatività che spingono contro e oltre le forme sociali esistenti.

L’idea del Non Ancora non si oppone all’idea di lotta di classe, ma suggerisce un’interpretazione diversa. Mentre il concetto tradizionale di classe operaia è identitario, l’idea del Non Ancora è profondamente anti-identitaria, una continua spinta contro i confini. “Pensare è andare oltre”, come dice Bloch. Comprendere la classe operaia o lavoratrice come Non Ancora significa aprire il concetto e vedere cosa nasconde. Il concetto di lavoro nasconde la sua stessa dualità, come ha sottolineato Marx, insistendo sul fatto che questo era “il perno su cui ruota una chiara comprensione dell’economia politica”. Alla base del lavoro astratto e alienato, così facilmente visibile nella società capitalista, c’è quello che Marx chiama lavoro concreto o utile, il tipo di lavoro o attività creativa che esiste in qualsiasi società. Il Non Ancora qui è la spinta dell’attività creativa o del fare contro e oltre il suo contenimento entro i limiti del lavoro astratto, quel lavoro il cui unico significato è quello di contribuire alla redditività del capitale. Il Non Ancora è un traboccare. Allo stesso modo, i lavoratori che ora sono classificati o definiti dal fatto di essere vincolati alla prestazione lavorativa, spingono contro e oltre la loro classificazione. Visto in questo modo, il Non Ancora è la lotta della classe operaia, la lotta di coloro che sono attualmente intrappolati nel lavoro capitalista, contro e oltre il lavoro, e dentro e contro la trappola che è la loro classificazione.

Il Non Ancora è strettamente correlato alla nozione di un comunismo di base, così presente nell’opera di David Graeber, come anche in quella di Kropotkin e Abdullah Öcalan, e in effetti nell’intero movimento curdo. L’idea di base è che qualsiasi società, inclusa quella capitalista, dipenda per il suo funzionamento dall’esistenza di un comunismo di base, una pratica fondamentale di sostegno reciproco nella vita quotidiana. Questo può essere visto come una sorta di “sì, ma” in risposta alla consueta lettura di Marx. Come abbiamo visto, la tesi di Marx è che la società esistente è plasmata dal fatto che le persone si uniscono attraverso lo scambio di merci e che questo porta allo sviluppo e al predominio del denaro, alla trasformazione dell’attività umana in lavoro astratto o alienato, alla disgregazione delle comunità, all’ascesa e al predominio del capitale che trae la sua ricchezza e il suo potere dallo sfruttamento del lavoro, e così via.

L’idea del comunismo di base si presenta come un “sì, ma” nel senso di dire “Sì, è vero, ma c’è qualcos’altro: un comunismo in cui le persone si relazionano tra loro sulla base del bisogno, del riconoscimento e del sostegno reciproci, dell’attività liberamente condivisa. In effetti, la società individualizzante e distruttiva può esistere solo sulla base della continua esistenza del suo opposto. Distruggendo questo comunismo di base, il capitalismo distrugge le sue stesse fondamenta”.

Credo che questo “sì, ma” sia già presente ne Il Capitale di Marx, ma non è stato ampiamente commentato. È presente nelle categorie del valore d’uso, del lavoro concreto o utile e, in effetti, nel concetto di forze produttive, che non esistono in completa sussunzione nelle loro forme capitalistiche, ma sono in costante tensione con esse.

La speranza risiede quindi nella forza di questo comunismo di base. Questo ci invita a riscrivere la storia non solo in termini di dominio, e non solo in termini di ribellioni come l’insurrezione anabattista guidata da Thomas Münzer, su cui Bloch scrisse un libro, ma in termini della forza del comunismo quotidiano. Sì, è vero che siamo intrappolati nel mondo del denaro, ma questo mondo del denaro può esistere solo se esiste anche un mondo critico di sostegno reciproco, di condivisione e amore, di amicizia e solidarietà. Questo è un tema centrale nel meraviglioso libro di David Graeber scritto con David Wengrow, The Dawn of Everything: A New History of Humanity (L’alba di tutto. Una nuova storia dell’umanità, Rizzoli, ndr). È anche un tema centrale in Sociology of Freedom (Sociologia della Libertà, Punto rosso, ndr) di Abdullah Öcalan, sviluppato nell’idea di “modernità democratica contro modernità capitalista”.

Questo comunismo di base è la società che non esiste ancora, ma che esiste già materialmente come necessaria controparte del dominio del denaro. Osservarlo attraverso il prisma del non ancora significa vedere che esiste in-contro-e-oltre la propria negazione. Il sostegno reciproco che caratterizza il comunismo quotidiano non può esistere al di fuori della socialità capitalista dominante: inevitabilmente le si oppone e ne è permeato. Spesso assumerà la forma capitalista di dare denaro a qualcuno o di aiutare a trovare un lavoro. Non c’è purezza qui. La coesione sociale in cui viviamo è antagonistica, in cui le due parti si compenetrano costantemente. È importante non idealizzare o romanticizzare il comunismo di base: può esistere solo come lotta, e ogni lotta è contraddittoria.

Vogliamo la rivoluzione, ma ha senso solo se riconosciamo che non esiste purezza rivoluzionaria. Vivendo nella società capitalista, siamo inevitabilmente soggetti danneggiati, come dice Adorno. Allo stesso tempo, il fatto che il capitale sia un’aggressione costante significa che viviamo non solo in questa società, ma anche contro di essa, e che ci proiettiamo oltre. Come soggetti danneggiati, viviamo in-contro-e-oltre la nostra condizione danneggiata.

Questo è importante quando pensiamo alla rivoluzione e al suo significato. La rivoluzione, abbiamo visto, è una questione di come. Dobbiamo sostituire il come dell’attuale coesione sociale con un altro, dobbiamo sostituire l’attuale modello di unione attraverso lo scambio di merci e denaro con uno o più modelli diversi. L’attuale unione, coesione o confluenza è antagonista, caratterizzata da un antagonismo tra il dominio del denaro e il comunismo di base che esiste nel Non-Ancora. Pensare la rivoluzione significa pensare a come possiamo rafforzare quel Non-Ancora, quel comunismo-contro.

Questa è soprattutto una questione di come. Come rafforziamo il Come comunista contro il Come capitalista? Contro le forme sociali del lavoro, come affermiamo le anti-forme di attività libera e autodeterminata? Ho già suggerito che il modo migliore per pensarci è in termini di creazione di crepe nella trama del dominio capitalista, spazi o momenti in cui diciamo No e creiamo altri modi di fare. La rivoluzione può essere vista come il riconoscimento, la creazione, l’espansione, la moltiplicazione e la confluenza di tali crepe. Il riconoscimento può essere inteso come il riconoscimento delle molteplici manifestazioni del comunismo di base di cui abbiamo parlato. È la confluenza di tali crepe che ho sempre trovato più difficile da comprendere. È chiaro che tale confluenza non dovrebbe essere pensata in termini istituzionali, che probabilmente la cosa più importante è una risonanza creata da canzoni, storie, immagini, forse anche discorsi e libri. Ma c’è un tema molto importante che emerge dalle discussioni attuali: l’idea della comune come base sia della società che vogliamo creare sia nell’organizzazione della lotta attuale per arrivarci. La confluenza di crepe, di rifiuti e di malcontento sociale può essere pensata in termini di comunizzazione.

Marx disse della Comune di Parigi del 1871 che fu la forma politica “finalmente scoperta” dell’emancipazione della classe operaia. Questo è certamente vero se pensiamo alla classe operaia non come a un raggruppamento sociologico, ma come agli oppressi che spingono verso la propria autodeterminazione collettiva. Se ci concentriamo sulla rivoluzione come uno scontro di come, di diversi modi di unirsi, allora è chiaro che la rivoluzione è un movimento di comunizzazione, ovvero sia una spinta dell’attività autodeterminata contro il lavoro, sia il movimento di una qualche forma di organizzazione comunitaria contro lo Stato.

Lo Stato, qualsiasi Stato, esclude le persone attraverso la sua forma, la separazione dei funzionari retribuiti dalla società. La comune include, cerca di articolare idee dal basso e di reintegrare l’organizzazione della società nella società stessa. Lo Stato è necessariamente subordinato all’accumulazione di capitale in virtù della sua dipendenza dal capitale per il suo reddito e la sua sopravvivenza. La comune cerca di liberarsi dalla subordinazione all’accumulazione di capitale promuovendo altre forme di produzione. Lo Stato è intrinsecamente razzista in virtù della sua definizione tramite confini territoriali, mentre la tradizione della comune, da Parigi al Rojava, è stata fortemente antirazzista e antinazionalista. Il partito orientato allo Stato è uno strumento per raggiungere il potere e accetta il presente della coesione sociale per trasformarlo in un domani indefinitamente posticipato. La comune non è uno strumento per raggiungere il potere, è già l’espressione di una forma diversa di coesione sociale in avanzamento, qui e ora.

Lottare per un modo diverso di stare insieme significa comunizzare, rafforzare la coesione sociale emergente. Öcalan ha scritto di recente che “sebbene la lotta di classe ne faccia effettivamente parte, è più corretto leggere la storia come un lungo processo di relazione e conflitto tra sviluppo comunitario e sviluppo anti-comunitario che risale a circa 30.000 anni fa”. Questo è molto utile, ma non sono d’accordo con la sua separazione tra lotta di classe e comune: se pensiamo alla lotta di classe come a un come-contro-come, allora è chiaro che è il movimento di comunizzazione contro lo sviluppo anti-comunitario che è il capitalismo.

La comune è più una domanda che una risposta. È meglio pensarla come un’assemblea di soggetti danneggiati. L’insistenza degli zapatisti sul fatto che loro siano solo persone comuni è di fondamentale importanza, ma ovviamente noi persone comuni siamo persone danneggiate, spesso sessiste, razziste, patriarcali, irascibili e così via, e le comunità tradizionali sono molto spesso patriarcali. La comune rivoluzionaria è necessariamente un comunismo, un movimento contro se stessa, per superare la propria condizione di danno, un verbo e non un sostantivo. Una sorta di auto-avvio attraverso un dibattito di reciproco riconoscimento.

Torniamo all’inizio. Ora, più che mai, è tempo di parlare di rivoluzione. Questo è un momento di grande sconvolgimento nel capitalismo mondiale e di grande fragilità. Il centro non può reggere, non ha resistito. Lo spazio per miglioramenti riformisti si è ridotto notevolmente ed è probabile che rimanga tale. Ora è il momento di traboccare, di dire “No, non si può continuare così”. Ora è il momento di lottare per l’emancipazione del fare dal lavoro, per l’autodeterminazione comunitaria dallo Stato.

I due David, nella conclusione del loro libro, parlano della “nozione greca di kairos come di uno di quei momenti occasionali nella storia di una società in cui i suoi quadri di riferimento subiscono un cambiamento – una metamorfosi dei principi e dei simboli fondamentali, quando i confini tra mito e storia, scienza e magia – diventano confusi – e, quindi, un vero cambiamento è possibile”. Sono d’accordo con loro che questo è un momento davvero speciale.

Quindi, alla fine: questo è quello che penso, questo è tutto quello che ho detto, ma non ne sono sicuro, cosa ne pensi? Preguntando caminamos, camminiamo domandando.


Testo del discorso tenuto il 12 gennaio per la David Graeber Memorial Lecture, iniziativa promossa insieme da Clifornia Institute of Integral Studies, Rojava University, Universidad Autónoma de Puebla, The Élisabeth-Bruyère School of Social Innovation

by : tinakanoumegk


Τις τελευταίες μέρες είχα τη μεγάλη τύχη να διαβάσω το βιβλίο «Πίνοντας καφέ με τον Αριστοτέλη», των Θανάση Λάλα και Βασιλείου Μπετσάκου. Στο βιβλίο αυτό, ο Σταγειρίτης φιλόσοφος, μέσα από τη φωνή του Βασιλείου Μπετσάκου, εξηγεί την οπτική του σχετικά με την πόλη και τον πολίτη. Με λίγα λόγια, λέει ότι αυτό που μας κάνει Ανθρώπους και μας ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα μέλη του ζωικού βασιλείου δεν είναι παρά η δυνατότητά μας να δημιουργούμε πόλεις και να ασκούμε την πολιτική — την ύψιστη των τεχνών — ως μονόδρομο για την αυτάρκεια και την ευδαιμονία.

Με άλλα λόγια, κάθε άνθρωπος που θέλει πραγματικά να γίνει Άνθρωπος οφείλει να ασκεί την πολιτική. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κρατούσα εντύπωση ότι η πολιτική είναι ένα κλειστό κλαμπ, όπου εμείς οι υπόλοιποι περιοριζόμαστε στον ρόλο του ψηφοφόρου κάθε τέσσερα χρόνια.

Η Μαρία Καρυστιανού είναι μια εμβληματικά τραγική μορφή. Είναι μια μάνα που έχασε την κόρη της σε ένα γεγονός το οποίο, όπως φαίνεται όλο και περισσότερο, έχει περισσότερα χαρακτηριστικά εγκλήματος και λιγότερο ατυχήματος. Από τα αρχαία χρόνια, η μορφή της μάνας που χάνει το παιδί της περιβάλλεται από σεβασμό και φέρει μια ιδιαίτερη ηθική βαρύτητα.

Είναι γνωστό ότι όποια πρόοδος πέτυχε το ιταλικό κράτος απέναντι στη μαφία στη Νότια Ιταλία την οφείλει σε μητέρες που, αφού έχασαν τα παιδιά τους, μίλησαν ανοιχτά και επώνυμα, προσφέροντας κρίσιμα στοιχεία στις αρχές. Δυστυχώς, η διαφθορά στην Ελλάδα έχει γίνει τόσο βαθιά και ενδημική ώστε αρχίζει να θυμίζει επικίνδυνα τη Νότια Ιταλία.

Αυτό που έχει συμβεί τα τελευταία τρία χρόνια — και γι’ αυτό ο ελληνικός λαός συμμετείχε μαζικά στα συλλαλητήρια της 28ης Φεβρουαρίου 2025 — δεν είναι παρά μια συστηματική και οργανωμένη προσπάθεια συγκάλυψης της αλήθειας.

Αυτό συνδέεται τόσο με προφανείς πολιτικές και ποινικές ευθύνες όσο και, ενδεχομένως, με άλλα γεγονότα που δεν έχουν ακόμη έρθει στο φως και προσδίδουν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα στο συγκεκριμένο δυστύχημα.

Η Δικαιοσύνη, τόσο στην υπόθεση των Τεμπών όσο και σε άλλες εμβληματικές υποθέσεις, δεν έχει καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των πολιτών. Είναι δυσάρεστο, αλλά αληθινό. Αποδεικνύεται σχεδόν καθημερινά ότι η δικαστική εξουσία δεν λειτουργεί ανεξάρτητα, αλλά υπόκειται σε ουσιαστικό έλεγχο της εκτελεστικής — κάτι ασύμβατο με μια ευνομούμενη πολιτεία και μια δημοκρατία όπως θα τη θέλαμε στην Ελλάδα του 2026.

Όταν ένας πολίτης έρχεται αντιμέτωπος με μια τόσο βαθιά και πολυεπίπεδη, οργανική δυσλειτουργία της πολιτείας, το να μπει στην πολιτική, να αποκτήσει λόγο και να προσπαθήσει να πείσει με επιχειρήματα δεν μπορεί παρά να είναι καλοδεχούμενο. Όποιος αντιδρά σε αυτό επί της αρχής δύσκολα μπορεί να έχει αγαθά κίνητρα.

Υπό αυτή την έννοια δηλώνω καταρχήν και κατ’ αρχάς θετικός απέναντι στη δεδηλωμένη πρόθεση της κυρίας Καρυστιανού να μπει στον πολιτικό στίβο. Ελπίζω να το κάνει με όλη της την ψυχή και να συμβάλει στη διόρθωση κακώς κειμένων που, μεταξύ άλλων, οδήγησαν και στον τραγικό χαμό της κόρης της.

Ελπίζω επίσης το παράδειγμά της να ακολουθήσουν πολλοί ακόμη Έλληνες και να ανέβουν από το επίπεδο του ψηφοφόρου στο επίπεδο του πολίτη. Ο δρόμος της προόδου, χωρίς καμία αμφιβολία, περνά αποκλειστικά από την επιστροφή στην πολιτική με την αυθεντική έννοια του όρου.

Ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης μας δίδαξε ότι πρέπει να επιστρέψουμε στην πολιτική ως πράξη ευθύνης, ότι κάθε νέα πολιτική κίνηση οφείλει να είναι πρωτίστως αντιδιαφθοράς, ότι οι «-ισμοί» έχουν εξαντληθεί ως ιδεολογικό άλλοθι, ότι όσοι κυβέρνησαν φέρουν βαριές ευθύνες για την κατάρρευση του 2010 και ότι απαιτούνται ακόμη και συμβολικά μέτρα, όπως η επιστροφή κλεμμένων πόρων και η θέση των δύο μιζοκομμάτων εκτός νόμου.

Δεν γνωρίζω αν ο αείμνηστος Μιχάλης Χαραλαμπίδης θα υποστήριζε τη Μαρία Καρυστιανού. Είμαι όμως βέβαιος ότι θα χαιρόταν με κάθε κίνηση επιστροφής στην πολιτική που θέτει την αντιδιαφθορά στο επίκεντρο.

Έτσι κι εγώ, δηλώνω επί της αρχής θετικός, αναμένοντας με ενδιαφέρον τις θέσεις του νέου κινήματος και τους συνοδοιπόρους της Μαρίας Καρυστιανού.



Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026


            Δημήτρης Τσίγκος



Ο Δημήτρης Τσίγκος γεννήθηκε στον Ασπρόπυργο. Σπούδασε Επιστήμη Υπολογιστών στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πήρε MBA από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είναι ιδρυτής της Starttech Ventures, CEO της Epignosis. Έχει υπάρξει Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Συνομοσπονδίας Νέων Επιχειρηματιών, της Ένωσης Πληροφορικών Ελλάδος, ιδρυτής της Ελληνικής Ένωσης Νεοφυών Επιχειρήσεων, European Young Leader 40 under 40, US State Department IVLP Alumni, μέλος ομάδας σύνταξης του Rome Manifesto και Marshall Memorial Fellow